13.10.08

Ο μπάσταρδος

«Ο μπάσταρδος». Έτσι με φώναζαν. Γεννήθηκα μάλλον από λάθος άκουσα να λένε. Και μάλλον επειδή δεν μπορούσε η μαμά και ο μπαμπάς να με έχουν κοντά τους με άφησαν εδώ σε αυτό το μεγάλο σπίτι που το λένε όλοι νοσοκομείο. Είναι ωραία εδώ γιατί είναι ζεστά και κάθε τρεις και λίγο έρχεται μια κοπέλα και με ταΐζει με το στανιό κάτι πολύ νόστιμο που το λένε γάλα. Διπλά μου είναι ένα μεγάλο κουτί και μέσα είναι άλλος ένας σα και μένα που δεν αναπνέει λένε καλά και το κουτί αυτό τον βοηθά. Δε καταλαβαίνω τι έχει. Εμένα μου φαίνεται μια χαρά. Μερικές φορές ανοίγει τα μάτια του και με κοιτά. Μια μέρα του ΄πα «Άντε ρε βγες από κει μέσα να παίξουμε. Μόνος είμαι και ‘γω» Νομίζω με κατάλαβε. Νομίζω ότι μου γέλασε.
Από τη άλλη μεριά είναι μια μικρή σα και μένα. Αυτή δεν είναι σε κουτί αλλά καλά θα έκαναν να τη βάζανε γιατί με το κλάμα της μου έχει πάρει τα αυτιά. Άσε που ξεσηκώνει και τους υπόλοιπους. Αυτή δεν έχει μαμά άκουσα να λένε. Και μάλιστα απορούν πως τα κατάφερε να ζήσει γιατί την βρήκαν στο δρόμο. Την έφερε ένας ψηλός κύριος που φόραγε κάτι περίεργα ρούχα. Αστυνομία τον λέγανε.
Η κοπέλα που με ταΐζει είναι όμορφη. Μυρίζει ωραία. Ξέρει πώς να με πιάσει χωρίς να πονέσω. Πάντα μου κρατάει και το κεφάλι. Μόνο με αυτήν δε κλαίω. Μου μιλάει όμορφα, κάθε φορά που μου δίνει γάλα. Δε τα καταλαβαίνω όλα αυτά που μου λέει αλλά είναι γλυκιά η φωνή της και μου αρέσει. Στραβομουτσουνιάζει μόνο όταν με αλλάζει αλλά η βρώμα είναι απίστευτη. Ούτε εγώ την αντέχω.
Η κοπέλα που με ταΐζει με λέει «κούκλο». Αλλά δεν μπορώ να της πω ότι δε με λένε έτσι. Με λένε «μπάσταρδο». Θυμάμαι ότι με είπαν μπάσταρδο. Το θυμάμαι στο όνειρο μου. Όπως θυμάμαι και πολλές φωνές, πολύ φασαρία.
Την ημέρα που με ξυπνήσανε δεν θέλω να τη θυμάμαι. Έκλαιγα πολύ. Και κρύωνα πολύ. Δυο μάτια μόνο θυμάμαι μεγάλα και όμορφα. Η μαμά θα ήταν. Για να τη θυμάμαι αυτή θα ήταν…
Αύριο όλοι μου λένε ότι είναι σημαντική μέρα γιατί θα με βάλουν να περπατήσω. Άλλη δουλειά δεν είχαμε τώρα λέω εγώ. Καλά είμαι εδώ. Άσε που περιμένω και τον άλλον να βγει από το κουτί… Η κοπέλα πού με ταΐζει επιμένει. Θέλει λέει να τη κάνω περήφανη. Τι αηδίες λένε αυτοί οι μεγάλοι. Την αγαπάω όμως. Της έχω εμπιστοσύνη. Και για αυτό θα προσπαθήσω.
Πόσο θα ήθελα όμως να ήταν εδώ η μαμά να με έβλεπε. Και ο μπαμπάς.

ΣτΣ: Με αφορμή ένα δημοσίευμα του Ελεύθερου Τύπου για τα νεογέννητα που φιλοξενούνται στα νοσοκομεία χωρίς ποτέ να τα αναζητήσει κανείς.