28.8.08

Άλμπα

Ο καιρός είχε συνωμοτήσει για αυτή τη στιγμή. Ο βοριάς απλά ξαφνικά έπαψε. Η νύχτα ήταν παράξενα ήσυχη και δροσερή. Ήταν καλοσύνη η θάλασσα.Φτάσαμε στο καρνάγιο, επιβιβαστήκαμε στο καΐκι και ξεκινήσαμε για άλμπα.
Ξαμολάς το παραγάδι την πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας και το μαζεύεις με το πρώτο φώς της ημέρας. Αυτή είναι η άλμπα: το λυκαυγές, η ανατολή. Όμορφη λέξη. Ταιριάζει απόλυτα σε αυτή τη μοναδική στιγμή της ημέρας.

Περνώντας δίπλα από δυο πελώρια πλοία στο Νεώριο δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω τον όγκο τους. Σαν μεταλλικές φάλαινες που κοιμόντουσαν ήσυχες και σε καμία περίπτωση δεν ήθελες να τις δεις ξύπνιες από τόσο κοντά.
Ύστερα ξεδιπλώθηκε μπροστά μας η Ερμουπόλη. Φωτισμένη. Σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Ήσυχη με τη σειρά της. Καταλαβαίνοντας πλήρως την ομορφιά και τη δύναμη της. Tην φαντάζεσαι σαν μια υπέροχη γυναίκα που ο χρόνος δε τολμά να αγγίξει και αν μερικές φορές το προσπαθεί απλά εκείνη τον χρησιμοποιεί για να την ομορφύνει περισσότερο. Έχει τον τρόπο της.

Υπάρχουν στιγμές που απλά δεν μπορείς να περιγράψεις μια εικόνα που παρατηρείς γιατί η ομορφιά της σε ξεπερνά. Σου επιβάλλεται. Μια τέτοια στιγμή ήταν αυτή. Η συνέχεια τούτης της βραδιάς μου επεφύλασσε άλλη μια.

Συνεχίζοντας τη πορεία μας αφήσαμε πίσω τα φώτα της πόλης και χαθήκαμε στη νύχτα. Στο απόλυτο σκοτάδι τα αστέρια φαίνονται τόσα κοντά που πιάνετε ο αυχένας σου να τα χαζεύεις. Στο βάθος διέκρινα αμυδρά τα φώτα της Πάρου, λίγο πιο αριστερά αυτά της Μυκόνου και μπροστά μου σχεδόν της Τήνου. Έδειξα στον Γιάννη τον αστερισμό του Ωρίωνα και έψαχνα να βρω τον Δία και τον Αντάρη αλλά μάλλον ήταν λάθος η ώρα. Ξαφνικά ο Γιάννης πετάχτηκε.
-Το δες αυτό ρε?
Ένα αστέρι έπεσε χαράζοντας τον ουρανό ακριβώς μπροστά μας.
- Ναι. Πλάκα μας κάνει κάποιος δεν μπορεί όλα να είναι τόσο όμορφα πια, είπα.
-Έτσι είναι εδώ στη θάλασσα, μας πρόλαβε ο κυρ Βαγγέλης, ο πατέρας του φίλου μου και με φώναξε κοντά του να μου δείξει τη πορεία μας στο GPS. Καθώς εξηγούσε το μηχάνημα συνειδητοποίησα πόσο χαρούμενος ήταν που ήμασταν μαζί του. Το παραγάδι δεν είναι εύκολη δουλειά. Η προετοιμασία του και μόνο απαιτεί κόπο και υπομονή. Τα ψάρεμα είναι το εύκολο πράγμα. Η ξεκούραση. Και ο κυρ Βαγγέλης γούσταρε τόσο που τη μοιραζόταν. Καθώς μου μιλούσε για τη πορεία μας, το ψάρεμα για το νησί απαντώντας με υπομονή σε κάθε ηλίθια απορία μου αισθάνθηκα ότι με ξεναγούσε στο σπίτι του.  Ιδιοκτήτης ενός τεράστιου οικοδομήματος που γνώριζε απέξω και ανακατωτά όλες τις κρυφές μεριές του. Έτσι είναι η Σύρος για τον κυρ Βαγγέλη. Το σπίτι του.
-Μόλις καλάρουμε το παραγάδι θα ανοίξει το καφενείο, μας είπε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και φτάσαμε στο σημείο που θα ρίχναμε το παραγάδι. Ο Γιάννης έπιασε το τιμόνι ο πατέρας του τα υπόλοιπα. Εγώ κομπάρσος στη μέση μιας αψεγάδιαστης σκηνής. Σημείωνα. Το παραγάδι αποτελείται από ένα κοφίνι που στο στεφάνι του έχει ένα μαλακό υλικό για να καρφώνεις τα δολωμένα αγκίστρια. Είναι περίτεχνα τυλιγμένο ώστε αφαιρώντας κάθε αγκίστρι που πετάς στη θάλασσα να μη μπλέκει με τά υπόλοιπα περίπου 320 στον αριθμό! Ο κυρ Βαγγέλης έδεσε το καλαδούρι – ένα μεγάλο κουτί που επιπλέει – για να οριοθετήσει την αρχή του παραγαδιού και το πέταξε στη θάλασσα. Ξεκίνησε να καλάρει το παραγάδι. Τα χέρια του σαν να δούλευαν ανέμη σχεδόν δεν ακουμπούσαν την τρίχα με τα αγκίστρια. Δούλευαν με μεγάλη ταχύτητα αλλά σαν παρατηρούσες καλύτερα σε ξεγελούσαν. Ο Γιάννης μαλακά στο τιμόνι προχωρούσε μπροστά.
Ύστερα από κάμποση ώρα τελείωσε αυτή η διαδικασία.
-Τώρα θα ανοίξει το καφενείο. Πάμε γυαλό, είπε ο κυρ Βαγγέλης και ο Γιάννης έπραξε αναλόγως .
Απομακρυνθήκαμε από το παραγάδι αρκετά μπορώ να πω και προσεγγίσαμε ένα μικρό λαγγόνι. Το λαγγόνι του Ψίχα. Ο Γιάννης έσβησε τη μηχανή και ο κυρ Βαγγέλης ετοίμασε τους καφέδες.

Η πιο ωραία ώρα. Περιμένοντας τον ήλιο. Η άλμπα. Ανάμεσα στη Τήνο και τη Μύκονο ένα αχνό φώς άρχισε να δίνει σχήμα στις άκρες των νησιών. Νόμιζες ότι δημιουργούταν από την αρχή η γραμμή του ορίζοντα. Και ήσουν μάρτυρας σε αυτό. Η θάλασσα άρχισε να ξεχωρίζει από τον ουρανό. Βαθύ μπλε το χρώμα της. Κοκκινωπό του ουρανού. Τα άστρα υποχωρούσαν στη δύναμη αυτού του φωτός που δεν μπορούσες ακριβώς να προσδιορίσεις τη πηγή του. Γαλήνη. Είχε μια ιερότητα αυτή η στιγμή από κάτι θείο. Η θάλασσα ήταν καλοσύνη. Μια ηρεμία που διέπει όλα τα στοιχεία της φύσης περιμένοντας ευλαβικά τον ήλιο να φανεί, αποδεχόμενα τη δύναμή του χωρίς ίχνος αμφισβήτησης.

Κάποια πουλιά φτερούγισαν κοντά μας.
-Εμένα εδώ μου αρέσει να αράζω Γιάννη. Να πίνω το καφεδάκι μου μέσα σε αυτήν την ησυχία και τίποτα άλλο. Η καλύτερη ώρα είναι η άλμπα, είπε ο κυρ Βαγγέλης.
Δεν είχα λόγια να του πω. Έγειρα το βλέμμα μου στο νερό και κοίταξα το βυθό που άρχισε να παίρνει ένα βαθύ σμαραγδένιο χρώμα. Βούτηξα το χέρι μου και το αναστάτωσα ασυναίσθητα για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν γυαλί. Τι χαζομάρα. Όμως ήταν τόσο καθαρό το νερό. Αγιασμός.
Η ομορφιά της στιγμής που σε ξεπερνά…
Ο ήλιος φάνηκε στην άκρη της θάλασσας. Κόκκινο παχύ στεφάνι τον περιέβαλλε . Σε όλα άρχισε να μοιράζει ξανά τη μορφή που τους είχε στερήσει η νύχτα. Άπλωνε ζωή. Ο ήλιος.
Τα άστρα χάθηκαν και ένα απαλό δροσερό αεράκι ξεκίνησε. Μαζί του και εμείς για να μαζέψουμε το παραγάδι.

Φτάνοντας στο σημείο μας ο Γιάννης μπήκε μέσα στο νταμπούγκιο (ένας στενός χώρος στη πρύμνη του καϊκιού για να στερεώνεσαι σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό της πρύμνης και να μπορείς να τραβάς το παραγάδι με μια σχετική άνεση) και ο κυρ Βαγγέλης του κανε κουμάντο ρυθμίζοντας αναλόγως τη μηχανή με το τιμόνι. Και τι δεν βγάλαμε. Φαγκριά, λυθρίνια, γόπες, πολλές από τις οποίες ήταν ψιλοφαγωμένες από μεγαλύτερα ψάρια, χριστόψαρα, μπαλάδες, σαυρίδια. Ο Γιάννης μαζεύοντας το παραγάδι έπρεπε να προσέχει μη το σπάσει και ο κυρ Βαγγέλης ρεγούλαρε το καΐκι τεχνηέντως για να τον βοήθα.
Και άλλο χριστόψαρο.
-Αυτά κάνουν ωραία σούπα είπα. Αυτό το ήξερα.
Να και ένα μουγγρί. Μικρό. Το πετάξαμε πίσω. Νομίζω ήταν ζωντανό.
Μια σμέρνα.
-Πρόσεχε μη σε τσιμπήσει είπε ο Γιάννης στο πατέρα του.
-Δεν τρώγεται αυτό κυρ Βαγγέλη;
-Εγώ τέτοια πράγματα δεν τα βάζω στο καΐκι μου Γιάννη, είπε.
Τα καλκάνια που πιάσαμε ήταν μικρά και τα πέταξε στη θάλασσα.
-Άντε στην ευχή του Χριστού, τους έλεγε.

Ο ήλιος ψήλωνε όταν ο κυρ Βαγγέλης πετάχτηκε ξαφνικά:
-Τι είναι αυτό εκεί; μου έδειχνε ένα σημείο που κάτι ξεχώριζε στην επιφάνεια της θάλασσας.
-Σαν ψάρι φαίνεται, είπα
-Τι είναι; ρώτησε ο Γιάννης που μάλλον τη μυρίστηκε τη δουλειά.
-Κόψε το παραγάδι φώναξε ο κυρ Βαγγέλης. Περίμενε. Άστο!
Γύρισε σε μένα και μου είπε να του πιάσω το μπραγκό (ένας λοστός που πάνω του έχει σφιχτά δεμένο με τριχιά ένα τσιγκέλι) Ήμασταν κοντά στο καλαδούρι το βούτηξε με αυτό έκοψε την άκρη του με ένα μαχαίρι και έδεσε πάνω το υπόλοιπο παραγάδι που δεν είχαμε προλάβει να μαζέψουμε. Γυρνώντας στο Γιάννη του πε:
-Πάρτη τη μηχανή και πήγαινε πάνω του.
Δεν μπορούσα να κατανοήσω αυτή τη κινητοποίηση. Πλησιάζοντας στο σημείο. Άρπαξε την απόχη. Ήρθε στη πλώρη γονάτισε και τη βούτηξε αστραπιαία μέσα στο νερό.
-Εντάξει; Λέγε; Εντάξει; ρώταγε ο Γιάννης που από το σημείο που καθόταν δεν μπορούσε να δεί ένα τεράστιο φαγκρί που σπαρταρούσε μέσα στη απόχη.
-Ναι! Μια χαρά! Γέλαγε ο κυρ Βαγγέλης.
Μου εξηγούσε ότι αυτό το φαγκρί περίπου 2,5 κιλά ξεψάρωσε αφού "άρπαξε" κάτι, μάλλον καμιά γόπα, από το παραγάδι μας. Το αγκίστρι το πλήγωσε στο λαρύγγι και του έκανε φούσκα με αποτέλεσμα να ανέβει στην επιφάνεια. Αν δεν το προλαβαίναμε θα βυθιζόταν νεκρό. Το κοιτούσα καλά καλά καθώς το πέταγε στο πανέρι μαζί με τα υπόλοιπα. Μακράν το μεγαλύτερο από όλα.
-Είδες Γιάννη που σου είπα ότι είναι τυχερός τούτος δω, μου είπε για τον φίλο μου.
-Είναι σπάνιο να συμβεί; ρώτησα μάλλον περιττά
Ο Γιάννης απλά με κοίταξε χαμογελώντας και μάντεψα την απάντηση.

Συνεχίσαμε τη δουλειά. Ο ήλιος είχε ψηλώσει και άλλο. Δύο γλαροι μας είχαν πάρει κατόπι από ώρα. Προφανώς είχαν αντιληφθεί τη ψαριά μας.
-Τέλος! Καλά πήγαμε. Θα ανάψω φωτιά να σας τα ψήσω να τα φάτε. Σήμερα κιόλας, θέλετε; είπε ο κυρ Βαγγέλης.
-Το ρωτάς του είπα.
Επιστρέφοντας ένα γκαζάδικο κοντά μας.
-Δεν είναι γκαζάδικο. Έχει αμπάρια. Φορτηγό είναι και πάει για Νεώριο με διόρθωσε

Ο ήλιος είχε ψηλώσει αρκετά. Κάθισα στη πλώρη και βούτηξα τα πόδια μου στο νερό. Ο κυρ Βαγγέλης έκοψε πεπόνι και μοσχομύρισε το καΐκι . Τρώγοντας τη φέτα μου χάζευα τη διαδρομή. Είδα τον Αϊ Δημήτρη, ύστερα άρχισε να φαίνεται και ο γαλάζιος τρούλος του Αϊ Νικόλα του Πλούσιου, στα Βαπόρια. Η Ερμούπολη , το Νεώριο, το καρνάγιο.
-Σου άρεσε Γιάννη; με ρώτησε ο κυρ Βαγγέλης
-Μακάρι να μπορούσα να σου πω πόσο αποκρίθηκα.
Ο Γιάννης χαμογέλασε
-Είδες αθηνάνθρωπε τι ωραία που είναι η Σύρα;
-Είδα, του είπα και νοσταλγούσα ήδη τα χρώματα, το νερό, τη γαλήνη στην άλμπα.

Οι στιγμές που έζησα εκείνη την ημέρα χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Γράμματα που αφήνει μια περίτεχνη σμίλη στο μάρμαρο. Ανεξίτηλα. Δεν ήξερα πώς να ευχαριστήσω το φίλο μου και το πατέρα του για αυτό.
Βγαίνοντας στη στεριά και καθώς ο κυρ Βαγγέλης έριχνε νερό στο καΐκι για να μην ανοίξουν τα ξύλα από τον ήλιο του είπα ευχαριστώ.
Με κοίταξε χαμογελώντας.
Το βλέμμα του είχε καλοσύνη.Σαν τη θάλασσα.
Στην άλμπα.