22.10.07

Όλα απο τη ζωή είναι βγαλμένα

Πράξη Α'





Ένα κρεμμυδοχώραφο στο Βάτικα μαζί με το δώρο του Πάσχα καθώς και τυφλή υπακοή στην πωλήτρια ανδρικού καταστήματος του Κολωνακίου, δεν είναι ικανά και τον πιο κακόγουστο άνθρωπο να τον κάνουν λιγότερο κακόγουστο. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ίδρωνε τρελά μέσα στο συνθετικό μπορντοροδοκόκκινο κοστούμι του. Τα κουμπιά από το σιέλ πουκάμισο ήταν έτοιμα να εκσφενδονιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σκορπίζοντας το θάνατο σε όποιον βρεθεί στη τροχιά τους. Ευτυχώς η βερικοκί γραβάτα λειτουργούσε προσωρινά σαν ασπίδα προστασίας. Το τόξο στο κοντέρ του αυτοκινήτου έδειχνε 120 km.Έριξε το βλέμμα πάνω του και σήκωσε το αριστερό φρύδι χαμογελώντας. 120 km μέσα στη πόλη βεβαιώνουν το πόσο οδηγάρα είσαι, άσχετα αν το ένα μάτι κοιτάζει την ανατολή και το άλλο (σ.τ.σ. πρόσεξέ με) το βορρά. Είχε μαζέψει διακόσια φάσκελα και τριάντα γαμοσταυρίδια από τους υπόλοιπους οδηγούς και ήταν φανερά ικανοποιημένος. Χαμηλός προϋπολογισμός μπροστά σε αυτά που είχε εισπράξει στη μέχρι τώρα ζωή του. Αλλά χαλάλι. Η σημερινή μέρα δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Ήταν διαφορετική. Ο αρχινίντζα του έδωσε μία ευκαιρία να αποδείξει τη πραγματική του αξία. Ο αρχινίντζα δεν έπρεπε να απογοητευθεί πάλι. Ο αρχινίντζα δεν συγχωρεί άλλο πια.


Στην άλλη άκρη της πόλης πίσω από μια γιγάντια τζαμαρία στο τελευταίο όροφο ενός νέου κτιρίου δυο πράσινα μάτια με μπλέ βλεφαρίδες, καθώς και δυο μαύρα φρύδια παρατηρούσαν τον κατάξερο και κακόγουστο κήπο όπου άρχισαν να συναθροίζονται οι καλεσμένοι. ‘Οι πλαστικές μπιγκόνιες δεν προσδίδουν καμία νότα ομορφιάς σε αυτόν το κήπο. Οι σαφρακιασμένες γλαδιόλες επίσης, για να μην αναφερθώ στις μαραμένες γαρδένιες και τα σιντριβάνια με τους καθρέπτες. Ευτυχώς που υπάρχει και η γιγαντιαία χαρουπιά αλλά τα βράδια είναι τίγκα στις κατσαρίδες.’ σκέφτηκε ο φοβερός και τρομερός Τακάνο Τακακάμου. Ήταν ανήσυχος. Η σημερινή μέρα ήταν άλλη μια δοκιμασία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο έμπιστος του Μπάζο Λι Γιαταούρα τον είχε απογοητεύσει. Έλπιζε η σημερινή μέρα να μην ήταν μια από αυτές. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε αρχίσει να γίνεται μέρος του προβλήματος. Πρώτα από όλα ήταν βλαμμένος, κακόγουστος και άχρηστος σε όλα τα βασικά καθήκοντα για τα οποία είχε προσληφθεί. Επιπροσθέτως ήταν χοντρός, γεγονός που του θύμιζε το δικό του αμαρτωλό παρελθόν πριν ξεκινήσει την ενασχόληση του με τη μακριά γαϊδούρα. Ένα άθλημα που του επέτρεψε να αδυνατήσει αλλά και να διατηρήσει τα νέα του κιλά. Πλέον ήταν κομψός. Πλαδαρός μεν, αλλά κομψός δε. Παρόλα ταύτα ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε σπάνιες αρετές: ήταν ευκολόπιστος, κουτσομπόλης, ρουφιάνος και πρόθυμος να υποδουλωθεί σε κάθε μορφή εξουσίας. Ο Τακάνο Τακακάμου είχε εξουσία και ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν για την ώρα αυτό που χρειαζόταν. Η σημερινή αποστολή του ήταν στην ουσία της απλή. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα θα ήταν το βλαμμένο για όλες τις βρομοδουλιές, ο καρπαζοεισπράκτορας, σαν τον Τζανετάκο στις ελληνικές ταινίες ένα πράμα. Για να ακριβολογήσω θα ήταν κάτι ανάμεσα στο Τζανετάκο, τον Αρτέμη Μάτσα και την Άση Μπίλιου χωρίς τις αστρολογικές προβλέψεις. Θα ρουφιάνευε τους υπόλοιπους συναδέλφους του, θα κρυφάκουγε κακίες των καλεσμένων αλλά πάνω από όλα θα υπάκουε τυφλά τον μέντορα του. Θα εκτελούσε όπως μπορούσε καλύτερα όποια εντολή προέκυπτε και θα το έκανε καλά γιατί κατά βάθος- κατά πολύ βάθος- ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν wannabe αρχινίντζα.

-Ας ελπίσουμε ότι όλα θα πάνε καλά, μονολόγησε ο Τακάνο Τακακάμου όταν...

Γκλού γκλού γκλού.... Γκλού γκλού γκλού.... Γκλού γκλού γκλού....

Όχι δεν ήταν καμία κρυμμένη γαλοπούλα στο γραφείο του. Το νέο του τηλέφωνο ήταν. Δεν ήξερε πως αλλάζουν το ringtone και είχε αφήσει τις εργοστασιακές ρυθμίσεις.

-Τακακάμου.
-Τακάνο. Έλα στο γραφείο του μεγάλου αμέσως. Ήταν η στρίγγια φωνή αυτής της λάμιας της Ρηνούλας Αμπαζούρ, ιδιαιτέρας του μεγάλου και τρανού Ισίδωρου Ταραμά. Από την ημέρα που ανέλαβε αυτή τη θέση το Ρηνούλα έγινε Ρενέ. Μόνο εκείνος τη λέει Ρηνούλα για να τη διαολίζει. Η Ρενέ Αμπαζούρ ήταν μια κακιά και κακάσχημη γυναίκα. Η ασχήμια της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να την αντικρύσει ψυχή ζώσα για πάνω από 2 λεπτά χωρίς να ξεράσει ή έστω γονατίσει από τα γέλια. Είναι γνωστό ότι οι αμαρτίες οι πολλές αφήνουν βαθιά σημάδια στη ψυχή ενός ανθρώπου, στη περίπτωση της Ρενέ τα σημάδια τα άφησαν εκτός από τη ψυχή της και στη μάπα της. Το γούστο της στα ρούχα ήταν τραγικό και λάτρευε τα ψεύτικα χρυσά κοσμήματα και τους ηλίθιους κότσους των 70’s.
-Ok Ρηνούλα, έρχομαι αμ ...
-Για να δούμε! του απάντησε ξινισμένα και του το έκλισε στα μούτρα.
-Κακοφορμισμένη λάμια! είπε ο Τακάνο Τακακάμου και τσακίστηκε να φύγει.

Τήν ίδια ώρα ένα Subaru Impreza σε φούξια χρώμα πλησίαζε την κεντρική είσοδο της εγκατάστασης με ταχύτητα. Ο υπάλληλος ασφαλείας της γνωστής εταιρίας Aphrodite Security αναφώνησε:
-Τι μαλάκας Θεέ μου! και κατέβασε τη μπάρα φράζοντας την είσοδο στο φούξια αυτοκίνητο το οποίο φρέναρε λίγο πριν σπάσει το παρ-μπριζ του πάνω της.
Πλησίασε προς το φιμέ παράθυρο του οδηγού και κοντοστάθηκε. Περίμενε μερικές στιγμές αλλά τίποτα.
‘Έπεσα σε μεγάλο μαλάκα’ σκέφτηκε αλλά ευγενικά είπε:
-Σας παρακαλώ ανοίξτε το παράθυρο σας! μη γνωρίζοντας πόσο θα μετάνιωνε τη παράκληση τούτη.
Το φιμέ τζάμι άνοιξε απελευθερώνοντας όλη τη μπόχα από την ιδρωτίλα και τα σουβλάκια που είχε φάει νωρίτερα ο Μπάζο Λι Γιαταούρα από εκείνο το τελειωμένο βρώμικο στην Αχαρνών. Η μπόχα ήταν τέτοια που ο υπάλληλος ασφαλείας είχε ήδη μετανιώσει για τη παράκληση του.
-Με συγχωρείται κύριε αλλά απαγορεύεται να περάσετε με το αμάξι σας μέσα στην εγκατάσταση, του είπε ευγενικά αλλά με ξινισμένη μούρη από τη μπόχα. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν ήδη ολοφάνερα εκνευρισμένος. Βγάζοντας τα λιγδιασμένα γυαλιά του χαμογέλασε αφήνοντας να φανεί ένα κομμάτι μαϊντανό που του είχε καθίσει στο μπροστινό του δόντι. Ο υπάλληλος ασφαλείας μην αντέχοντας άλλο τη μπόχα και το σιχαμένο αυτό θέαμα άρχισε να χλομιάζει. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα το αναλήφθηκε αυτό σαν φόβο και ταυτόχρονα σεβασμό προς το άτομο του και άρχισε να γελάει. Στην αρχή ήρεμα αλλά στη συνέχεια σχεδόν υστερικά. Είπαμε ήτανε βλαμμένος. Ξαφνικά έκλασε. Εκείνη τη στιγμή ο υπάλληλος ασφαλείας ευχήθηκε να ήταν ντυμένος στα πράσινα να βρισκόταν στη Θύρα 7 στο Καραϊσκάκη και να φώναζε ‘Γαμιέται ο Θρύλος και ο Πειραιάς’. Δεν άντεχε άλλο αυτό το σιχαμένο θέαμα. Στο μεταξύ ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε σταματήσει να γελά απότομα. Είχε ντραπεί.
-Πώς σε λένε παιδί μου, ρώτησε με μπάσα φωνή αμήχανος. Μη το πούνε από τώρα και φλώρο.
-Χίνης κύριε. είπε με κόπο ο κατάχλομος υπάλληλος ασφαλείας.
-Αϊ στο διάολο ανώμαλε, ήταν η απάντηση. Τότε ήταν που ήρθε και η δεύτερη κλανιά. Μάλλον τον πείραξαν τα σουβλάκια που έφαγε στις 05:00 το πρωί. Έπρεπε πολύ σύντομα να βρει μια τουαλέτα.
-Έχεις λίγο χαρτί πάνω σου;
-Υγείας; Που να το βρω κύριε; Το όνομα σας αν επιτρέπεται;
-Μισό, ήταν η απάντηση και από το σωρό με τα σουβλακόχαρτα γύρω του ξεχώρισε το λιγότερο λιγδιασμένο και το έδωσε στον Άρη Χίνη μαζί με ένα φούξια στυλό με μια λούτρινη στρουμφίτα στη μία του άκρη.
-Γράψε τον πρόσταξε.
-Μάλιστα, είπε ολότελα παραδομένος στη μπόχα ο Άρης Χίνης.
-Το όνομα μου είναι Μπάζο Λι Γιαταούρα το τηλέφωνο μου 697******* και για σήμερα τουλάχιστον θα είσαι εσύ και οι συνάδελφοι σου κάτω από τις διαταγές μου. Μέριασε να διαβώ και μην σπαταλάς άλλο τον πολύτιμο χρόνο μου πόντικα.
Στο άκουσμα του ονόματος ο Άρης Χίνης βουβάθηκε.
‘Αυτός ο μαλάκας θα είναι υπεύθυνος εδώ σήμερα; Τη γαμήσαμε’ σκέφτηκε. Ο Τακάνο Τακακάμου ήταν σαφής ‘Θα έρθει ένα άτομο της αμέριστης εμπιστοσύνης μου να σας βοηθήσει εδώ σήμερα. Ότι χρειαστείτε θα ενοχλείτε αυτόν και σε καμία περίπτωση εμένα’ Άνοιξε τη μπάρα να περάσει ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ο οποίος στο μεταξύ ξανάκλασε. Προσπερνώντας τον Άρη Χίνη τον ρώτησε που είναι οι ποιο κοντινές τουαλέτες. Ο Άρης Χίνης μειδιώντας του απάντησε πώς σαν νέος που ήταν δεν γνώριζε τα κατατόπια. Επίτηδες είπε ένα αθώο ψέμα. Ένα ψέμα που όμως- όπως θα δούμε παρακάτω- αποδείχθηκε μοιραίο για εκείνη τη σημαντική ημέρα. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα καταράστηκε τα κέρατα του τα δίφορα και κλάνοντας μέσα στο φούξια Subaru Impreza μάρσαρε μέσα στην εγκατάσταση ψάχνοντας σα τρελός να βρει μια τουαλέτα.


(συνεχίζεται)