30.8.08

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Αρκά απο τη σειρά "Ξυπνάς μέσα μου το ζώο"

28.8.08

Άλμπα

Ο καιρός είχε συνωμοτήσει για αυτή τη στιγμή. Ο βοριάς απλά ξαφνικά έπαψε. Η νύχτα ήταν παράξενα ήσυχη και δροσερή. Ήταν καλοσύνη η θάλασσα.Φτάσαμε στο καρνάγιο, επιβιβαστήκαμε στο καΐκι και ξεκινήσαμε για άλμπα.
Ξαμολάς το παραγάδι την πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας και το μαζεύεις με το πρώτο φώς της ημέρας. Αυτή είναι η άλμπα: το λυκαυγές, η ανατολή. Όμορφη λέξη. Ταιριάζει απόλυτα σε αυτή τη μοναδική στιγμή της ημέρας.

Περνώντας δίπλα από δυο πελώρια πλοία στο Νεώριο δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω τον όγκο τους. Σαν μεταλλικές φάλαινες που κοιμόντουσαν ήσυχες και σε καμία περίπτωση δεν ήθελες να τις δεις ξύπνιες από τόσο κοντά.
Ύστερα ξεδιπλώθηκε μπροστά μας η Ερμουπόλη. Φωτισμένη. Σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Ήσυχη με τη σειρά της. Καταλαβαίνοντας πλήρως την ομορφιά και τη δύναμη της. Tην φαντάζεσαι σαν μια υπέροχη γυναίκα που ο χρόνος δε τολμά να αγγίξει και αν μερικές φορές το προσπαθεί απλά εκείνη τον χρησιμοποιεί για να την ομορφύνει περισσότερο. Έχει τον τρόπο της.

Υπάρχουν στιγμές που απλά δεν μπορείς να περιγράψεις μια εικόνα που παρατηρείς γιατί η ομορφιά της σε ξεπερνά. Σου επιβάλλεται. Μια τέτοια στιγμή ήταν αυτή. Η συνέχεια τούτης της βραδιάς μου επεφύλασσε άλλη μια.

Συνεχίζοντας τη πορεία μας αφήσαμε πίσω τα φώτα της πόλης και χαθήκαμε στη νύχτα. Στο απόλυτο σκοτάδι τα αστέρια φαίνονται τόσα κοντά που πιάνετε ο αυχένας σου να τα χαζεύεις. Στο βάθος διέκρινα αμυδρά τα φώτα της Πάρου, λίγο πιο αριστερά αυτά της Μυκόνου και μπροστά μου σχεδόν της Τήνου. Έδειξα στον Γιάννη τον αστερισμό του Ωρίωνα και έψαχνα να βρω τον Δία και τον Αντάρη αλλά μάλλον ήταν λάθος η ώρα. Ξαφνικά ο Γιάννης πετάχτηκε.
-Το δες αυτό ρε?
Ένα αστέρι έπεσε χαράζοντας τον ουρανό ακριβώς μπροστά μας.
- Ναι. Πλάκα μας κάνει κάποιος δεν μπορεί όλα να είναι τόσο όμορφα πια, είπα.
-Έτσι είναι εδώ στη θάλασσα, μας πρόλαβε ο κυρ Βαγγέλης, ο πατέρας του φίλου μου και με φώναξε κοντά του να μου δείξει τη πορεία μας στο GPS. Καθώς εξηγούσε το μηχάνημα συνειδητοποίησα πόσο χαρούμενος ήταν που ήμασταν μαζί του. Το παραγάδι δεν είναι εύκολη δουλειά. Η προετοιμασία του και μόνο απαιτεί κόπο και υπομονή. Τα ψάρεμα είναι το εύκολο πράγμα. Η ξεκούραση. Και ο κυρ Βαγγέλης γούσταρε τόσο που τη μοιραζόταν. Καθώς μου μιλούσε για τη πορεία μας, το ψάρεμα για το νησί απαντώντας με υπομονή σε κάθε ηλίθια απορία μου αισθάνθηκα ότι με ξεναγούσε στο σπίτι του.  Ιδιοκτήτης ενός τεράστιου οικοδομήματος που γνώριζε απέξω και ανακατωτά όλες τις κρυφές μεριές του. Έτσι είναι η Σύρος για τον κυρ Βαγγέλη. Το σπίτι του.
-Μόλις καλάρουμε το παραγάδι θα ανοίξει το καφενείο, μας είπε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και φτάσαμε στο σημείο που θα ρίχναμε το παραγάδι. Ο Γιάννης έπιασε το τιμόνι ο πατέρας του τα υπόλοιπα. Εγώ κομπάρσος στη μέση μιας αψεγάδιαστης σκηνής. Σημείωνα. Το παραγάδι αποτελείται από ένα κοφίνι που στο στεφάνι του έχει ένα μαλακό υλικό για να καρφώνεις τα δολωμένα αγκίστρια. Είναι περίτεχνα τυλιγμένο ώστε αφαιρώντας κάθε αγκίστρι που πετάς στη θάλασσα να μη μπλέκει με τά υπόλοιπα περίπου 320 στον αριθμό! Ο κυρ Βαγγέλης έδεσε το καλαδούρι – ένα μεγάλο κουτί που επιπλέει – για να οριοθετήσει την αρχή του παραγαδιού και το πέταξε στη θάλασσα. Ξεκίνησε να καλάρει το παραγάδι. Τα χέρια του σαν να δούλευαν ανέμη σχεδόν δεν ακουμπούσαν την τρίχα με τα αγκίστρια. Δούλευαν με μεγάλη ταχύτητα αλλά σαν παρατηρούσες καλύτερα σε ξεγελούσαν. Ο Γιάννης μαλακά στο τιμόνι προχωρούσε μπροστά.
Ύστερα από κάμποση ώρα τελείωσε αυτή η διαδικασία.
-Τώρα θα ανοίξει το καφενείο. Πάμε γυαλό, είπε ο κυρ Βαγγέλης και ο Γιάννης έπραξε αναλόγως .
Απομακρυνθήκαμε από το παραγάδι αρκετά μπορώ να πω και προσεγγίσαμε ένα μικρό λαγγόνι. Το λαγγόνι του Ψίχα. Ο Γιάννης έσβησε τη μηχανή και ο κυρ Βαγγέλης ετοίμασε τους καφέδες.

Η πιο ωραία ώρα. Περιμένοντας τον ήλιο. Η άλμπα. Ανάμεσα στη Τήνο και τη Μύκονο ένα αχνό φώς άρχισε να δίνει σχήμα στις άκρες των νησιών. Νόμιζες ότι δημιουργούταν από την αρχή η γραμμή του ορίζοντα. Και ήσουν μάρτυρας σε αυτό. Η θάλασσα άρχισε να ξεχωρίζει από τον ουρανό. Βαθύ μπλε το χρώμα της. Κοκκινωπό του ουρανού. Τα άστρα υποχωρούσαν στη δύναμη αυτού του φωτός που δεν μπορούσες ακριβώς να προσδιορίσεις τη πηγή του. Γαλήνη. Είχε μια ιερότητα αυτή η στιγμή από κάτι θείο. Η θάλασσα ήταν καλοσύνη. Μια ηρεμία που διέπει όλα τα στοιχεία της φύσης περιμένοντας ευλαβικά τον ήλιο να φανεί, αποδεχόμενα τη δύναμή του χωρίς ίχνος αμφισβήτησης.

Κάποια πουλιά φτερούγισαν κοντά μας.
-Εμένα εδώ μου αρέσει να αράζω Γιάννη. Να πίνω το καφεδάκι μου μέσα σε αυτήν την ησυχία και τίποτα άλλο. Η καλύτερη ώρα είναι η άλμπα, είπε ο κυρ Βαγγέλης.
Δεν είχα λόγια να του πω. Έγειρα το βλέμμα μου στο νερό και κοίταξα το βυθό που άρχισε να παίρνει ένα βαθύ σμαραγδένιο χρώμα. Βούτηξα το χέρι μου και το αναστάτωσα ασυναίσθητα για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν γυαλί. Τι χαζομάρα. Όμως ήταν τόσο καθαρό το νερό. Αγιασμός.
Η ομορφιά της στιγμής που σε ξεπερνά…
Ο ήλιος φάνηκε στην άκρη της θάλασσας. Κόκκινο παχύ στεφάνι τον περιέβαλλε . Σε όλα άρχισε να μοιράζει ξανά τη μορφή που τους είχε στερήσει η νύχτα. Άπλωνε ζωή. Ο ήλιος.
Τα άστρα χάθηκαν και ένα απαλό δροσερό αεράκι ξεκίνησε. Μαζί του και εμείς για να μαζέψουμε το παραγάδι.

Φτάνοντας στο σημείο μας ο Γιάννης μπήκε μέσα στο νταμπούγκιο (ένας στενός χώρος στη πρύμνη του καϊκιού για να στερεώνεσαι σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό της πρύμνης και να μπορείς να τραβάς το παραγάδι με μια σχετική άνεση) και ο κυρ Βαγγέλης του κανε κουμάντο ρυθμίζοντας αναλόγως τη μηχανή με το τιμόνι. Και τι δεν βγάλαμε. Φαγκριά, λυθρίνια, γόπες, πολλές από τις οποίες ήταν ψιλοφαγωμένες από μεγαλύτερα ψάρια, χριστόψαρα, μπαλάδες, σαυρίδια. Ο Γιάννης μαζεύοντας το παραγάδι έπρεπε να προσέχει μη το σπάσει και ο κυρ Βαγγέλης ρεγούλαρε το καΐκι τεχνηέντως για να τον βοήθα.
Και άλλο χριστόψαρο.
-Αυτά κάνουν ωραία σούπα είπα. Αυτό το ήξερα.
Να και ένα μουγγρί. Μικρό. Το πετάξαμε πίσω. Νομίζω ήταν ζωντανό.
Μια σμέρνα.
-Πρόσεχε μη σε τσιμπήσει είπε ο Γιάννης στο πατέρα του.
-Δεν τρώγεται αυτό κυρ Βαγγέλη;
-Εγώ τέτοια πράγματα δεν τα βάζω στο καΐκι μου Γιάννη, είπε.
Τα καλκάνια που πιάσαμε ήταν μικρά και τα πέταξε στη θάλασσα.
-Άντε στην ευχή του Χριστού, τους έλεγε.

Ο ήλιος ψήλωνε όταν ο κυρ Βαγγέλης πετάχτηκε ξαφνικά:
-Τι είναι αυτό εκεί; μου έδειχνε ένα σημείο που κάτι ξεχώριζε στην επιφάνεια της θάλασσας.
-Σαν ψάρι φαίνεται, είπα
-Τι είναι; ρώτησε ο Γιάννης που μάλλον τη μυρίστηκε τη δουλειά.
-Κόψε το παραγάδι φώναξε ο κυρ Βαγγέλης. Περίμενε. Άστο!
Γύρισε σε μένα και μου είπε να του πιάσω το μπραγκό (ένας λοστός που πάνω του έχει σφιχτά δεμένο με τριχιά ένα τσιγκέλι) Ήμασταν κοντά στο καλαδούρι το βούτηξε με αυτό έκοψε την άκρη του με ένα μαχαίρι και έδεσε πάνω το υπόλοιπο παραγάδι που δεν είχαμε προλάβει να μαζέψουμε. Γυρνώντας στο Γιάννη του πε:
-Πάρτη τη μηχανή και πήγαινε πάνω του.
Δεν μπορούσα να κατανοήσω αυτή τη κινητοποίηση. Πλησιάζοντας στο σημείο. Άρπαξε την απόχη. Ήρθε στη πλώρη γονάτισε και τη βούτηξε αστραπιαία μέσα στο νερό.
-Εντάξει; Λέγε; Εντάξει; ρώταγε ο Γιάννης που από το σημείο που καθόταν δεν μπορούσε να δεί ένα τεράστιο φαγκρί που σπαρταρούσε μέσα στη απόχη.
-Ναι! Μια χαρά! Γέλαγε ο κυρ Βαγγέλης.
Μου εξηγούσε ότι αυτό το φαγκρί περίπου 2,5 κιλά ξεψάρωσε αφού "άρπαξε" κάτι, μάλλον καμιά γόπα, από το παραγάδι μας. Το αγκίστρι το πλήγωσε στο λαρύγγι και του έκανε φούσκα με αποτέλεσμα να ανέβει στην επιφάνεια. Αν δεν το προλαβαίναμε θα βυθιζόταν νεκρό. Το κοιτούσα καλά καλά καθώς το πέταγε στο πανέρι μαζί με τα υπόλοιπα. Μακράν το μεγαλύτερο από όλα.
-Είδες Γιάννη που σου είπα ότι είναι τυχερός τούτος δω, μου είπε για τον φίλο μου.
-Είναι σπάνιο να συμβεί; ρώτησα μάλλον περιττά
Ο Γιάννης απλά με κοίταξε χαμογελώντας και μάντεψα την απάντηση.

Συνεχίσαμε τη δουλειά. Ο ήλιος είχε ψηλώσει και άλλο. Δύο γλαροι μας είχαν πάρει κατόπι από ώρα. Προφανώς είχαν αντιληφθεί τη ψαριά μας.
-Τέλος! Καλά πήγαμε. Θα ανάψω φωτιά να σας τα ψήσω να τα φάτε. Σήμερα κιόλας, θέλετε; είπε ο κυρ Βαγγέλης.
-Το ρωτάς του είπα.
Επιστρέφοντας ένα γκαζάδικο κοντά μας.
-Δεν είναι γκαζάδικο. Έχει αμπάρια. Φορτηγό είναι και πάει για Νεώριο με διόρθωσε

Ο ήλιος είχε ψηλώσει αρκετά. Κάθισα στη πλώρη και βούτηξα τα πόδια μου στο νερό. Ο κυρ Βαγγέλης έκοψε πεπόνι και μοσχομύρισε το καΐκι . Τρώγοντας τη φέτα μου χάζευα τη διαδρομή. Είδα τον Αϊ Δημήτρη, ύστερα άρχισε να φαίνεται και ο γαλάζιος τρούλος του Αϊ Νικόλα του Πλούσιου, στα Βαπόρια. Η Ερμούπολη , το Νεώριο, το καρνάγιο.
-Σου άρεσε Γιάννη; με ρώτησε ο κυρ Βαγγέλης
-Μακάρι να μπορούσα να σου πω πόσο αποκρίθηκα.
Ο Γιάννης χαμογέλασε
-Είδες αθηνάνθρωπε τι ωραία που είναι η Σύρα;
-Είδα, του είπα και νοσταλγούσα ήδη τα χρώματα, το νερό, τη γαλήνη στην άλμπα.

Οι στιγμές που έζησα εκείνη την ημέρα χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Γράμματα που αφήνει μια περίτεχνη σμίλη στο μάρμαρο. Ανεξίτηλα. Δεν ήξερα πώς να ευχαριστήσω το φίλο μου και το πατέρα του για αυτό.
Βγαίνοντας στη στεριά και καθώς ο κυρ Βαγγέλης έριχνε νερό στο καΐκι για να μην ανοίξουν τα ξύλα από τον ήλιο του είπα ευχαριστώ.
Με κοίταξε χαμογελώντας.
Το βλέμμα του είχε καλοσύνη.Σαν τη θάλασσα.
Στην άλμπα.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα # 124

«Η ΝΔ δεν είναι εστιατόριο να μπαινοβγαίνουν στελέχη»

Ντόρα Μπακογιάννη bouncher 26/8/2008

ΣτΣ: Σωστά τα λες κοκόνα μου, μπουρδέλο έχει καταντήσει.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Γιάννη Δερμεντζόγλου απο τον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ 24/8/2008

27.8.08

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα #124

«Δεν αρνήθηκα ποτέ ούτε είπα ποτέ ότι είμαι κάποιος άλλος(!). Ο κόσμος που με γνωρίζει, γνωρίζει ποιος είμαι, από πού προέρχομαι, τι δυνατότητες έχω(!) τι κάνω. Άλλωστε πάντα ζούσα έτσι και πριν από 15 χρόνια είχα σκάφος δεν είδα να γίνει και τόσος σαματάς»

Γιώργος Βουλγαράκης σεμνός και ταπεινός σκαφάτος 26/8/2008

ΣτΣ: Είναι επειδή αυτό που έχεις ήταν το πιο ωραίο και θέλαμε να το πάρουμε εμείς που είμαστε και πιο πλούσιοι από σένα. Μη βάλλεις και τα κλάματα. Θα μας περάσει.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 26/8/2008

26.8.08

Βάρη

Από το πρωί αγναντεύοντας από το μπαλκόνι του τον όμορφο κόλπο τη Βάρης το βλέμμα του σταματούσε στη πρώτη βάρκα. Αναμνήσεις πολλές. Καθαρές στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια. Πολλά χρόνια πίσω. Από τότε που ήταν παιδί. Το μπλε μπανιερό του από σκληρό ύφασμα που σαν βρεχόταν βάρυνε και έπρεπε να προσέχει μη του πέσει και αρχίσουν και τον κοροϊδεύουν και οι φίλοι του. Ο αγώνας για το ποιός θα φτάσει πιο γρήγορα κολυμπώντας τη πρώτη βάρκα. Η αυλή του σπιτιού του ήταν η αρχή. Το ασβεστωμένο δέντρο το όριο. Μαζευόταν όλοι γύρω του οι θαρραλέοι και ξεκινούσαν να τρέχουν κατεβαίνοντας την κατηφόρα που οδηγούσε στη παραλία. Σαν έφταναν εκεί με μιας βουτούσαν στη θάλασσα και άρχιζαν τα αγκομαχητά στο κολύμπι μέχρι να αγγίξει κάποιος πρώτος τη πρώτη βάρκα. Κανείς δεν τον είχε ποτέ κερδίσει. Πάντα εκείνος ήταν πρώτος. Έχεις γερά πλεμόνια τού ‘λεγε η μάνα του. Μια φορά μόνο παραλίγο να τον κερδίσει ο Αντώνης ο Ψιλός και αυτό γιατί τον είχε κλέψει στο τρέξιμο. Τη τελευταία στιγμή πήρε όμως μια βαθιά ανάσα και βουτώντας κάτω από το νερό τον προσπέρασε. Και τον κέρδισε. Θυμόταν ακόμα και τις φωνές της μάνας του να μαζευτεί από τη θάλασσα καθώς βράδιαζε. Ξεχνούσε να γυρίσει στο σπίτι. Η θάλασσα ήθελε να είναι το σπίτι του.
Σήμερα ήταν σχεδόν ακίνητη. Θα μπορούσες να πατήσεις πάνω της και να πάς προχωρώντας ως τ’ Αχλάδι συλλογίστηκε.
-Σήμερα θα φτάσω στη πρώτη βάρκα είπε χαμηλόφωνα. Παρά τα 77 του χρόνια δεν το έβαζε κάτω. Κολυμπούσε καθημερινά. Σήμερα που ο καιρός ήταν τόσο γλυκός θα πήγαινε στη πρώτη βάρκα. Ξεκίνησε για την παραλία.

Λίγο πιο κάτω η Δέσποινα τα χε πάρει με τους δικούς της που είπαν ότι έπρεπε να φύγουν. Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει αλλά δεν την ενδιέφερε καθόλου. Από την άλλη η μάνα της ήταν αποφασισμένη. Έψαχνε να βρει αφορμή για να τους καθυστερήσει. Και την βρήκε. Οι παντόφλες του Παναγιώτη ήταν μες την άμμο. Η μάνα της την είχε βάλει να καθίσει σε μία καρέκλα και της έριχνε νερό στα ποδαράκια της για να καθαρίσουν. Ξαφνικά η Δέσποινα πατάει ένα γοερό κλάμα.
-Τι έπαθες κορίτσι μου;
-Οι παντόφλες του Παναγιώτη
-Ε τι;
-Είναι χάλια. Έχουν άμμο.
-Ε θα της πλύνει.
-Όχι ! Εγώ!
-Έλα Παναγία μου. Θα της πλύνει ο ίδιος παιδί μου. Παναγιώτηηη!
-Όχι ! Εγώ! συνέχισε κλαίγοντας αγγίζοντας πλέον υψηλότατες νότες.
-Κάτσε να σου βάλω τα παπουτσάκια τουλάχιστον!
-Όχι! Και με ένα σάλτο άρπαξε τις παντόφλες του Παναγιώτη και όρμησε στη θάλασσα για να τις καθαρίσει φροντίζοντας να τσαλαβουτήσει και η ίδια.
-Τόσα χρόνια παλεύουμε για τη γυναικεία χειραφέτηση και η Δέσποινα λύσσαξε να πλύνει τις παντόφλες του Παναγιώτη είπε η μανά της σε μία φίλη δίπλα που ετοίμαζε τα δικά της πιτσιρίκια για αναχώρηση.

Η Δέσποινα πλένοντας με ιδιαίτερο ζήλο τις παντόφλες πρόσεξε ένα παππού που πέρασε από μπροστά της και πήγαινε για το μπάνιο του. Όμορφο που ήταν το πρόσωπο του. Χαμογελούσε. Της θύμισε το παππού της το Γιώργο. Του χαμογέλασε και εκείνη. Καθώς τον παρατηρούσε να απομακρύνεται το βλέμμα της συννέφιασε για λίγο.

Στο μεταξύ οι παντόφλες αν είχαν στόμα θα μιλούσαν. Κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει. Κοιτώντας προς τη μάνα της είδε ότι έβραζε από θυμό. Δεν το ρίσκαρε περισσότερο να την προκαλέσει. Ήξερε τα όρια της. Πήγε κοντά της σκουπίστηκε με τη πετσέτα, καθάρισε με αυτήν τα πόδια και έβαλε μόνη τα παπουτσάκια της. Ξεκίνησαν να φύγουν.

Καθώς ανέβαιναν με το αυτοκίνητο τους το δρόμο η Δέσποινα έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο και το βλέμμα της πήγε στην άκρη της παραλίας κοντά στη πρώτη βάρκα. Ύστερα έψαχνε τον παππού που της είχε χαμογελάσει πριν λίγο. Τον είδε να βρέχει τους ώμους του. Της φάνηκε παράξενο. Ετοιμαζόταν να βουτήξει στη γυάλινη θάλασσα. Έβγαλε το χέρι της και τον χαιρέτισε. Δεν την είδε είχε γυρισμένη τη πλάτη του.

Εκείνος βούτηξε στο νερό και ξεκίνησε να κολυμπάει αργά. Χαμογελαστός.

Στη πρώτη βάρκα κατάφερε να επιστρέψει μετά από τόσα χρόνια.
Η θάλασσα έγινε πια το σπίτι του.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη.

Παράδειγμα #123

«Μόλις έκλεισα τα πενήντα δύο, η γυναίκα μου μού είπε ότι πρέπει να σταματήσω να καπνίζω...»

Κώστας Καραμανλής "καταλληλότερος " 25/8/2008

ΣτΣ: Και τις μαλακίες πότε σκοπευεις να τις σταματήσεις?

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 24/8/2008

25.8.08

Βροντάδο

Πήγαινα για παγωτά. Όμορφη νύχτα η σημερινή. Μια μουσική στα αυτιά μου. Φωνές. Κάποιο γλέντι σκέφτηκα.

Χαράματα η ώρα τρεις, θα ΄ρθω να σε ξυπνήσω.
Άκουσα το μπουζούκι. Η μελωδία ήταν γνωστή. Το τραγούδι ενός μεγάλου Συριανού. Του Μάρκου. Ακολούθησα τη μουσική. Έψαχνα στα στενά. Δεν ήταν μακριά. Κοντά σε μία εκκλησία. Στούς Τρείς Ιεράρχες. Σε ένα μικρό γήπεδο μπάσκετ. Μια ορχήστρα τεσσάρων. Αρκετοί άνθρωποι παρακολουθούσαν. Πρόσωπα ήρεμα. Τα περισσότερα τουλάχιστον. Ένας άντρας τραγουδούσε.

κρυφά από τη μάνα σου να σε χαρώ, να βγείς να σου μιλήσω.

Το φεγγάρι έχασκε περήφανο. Γλυκό. Ήρεμο και εκείνο. Άπλωνε το φώς του κιμπάρικα στη θάλασσα. Σα να τη ποθούσε. Εκείνη ανταποκρινόταν χαιδευοντας το.

Δε θα μας δει άλλος κανείς, μόνο το φεγγαράκι.

Το μάτι σου έφτανε μέχρι τα φώτα της Πάρου. Ο δρόμος μέχρι εκεί, απο ασήμι. Είχε κρασί πάνω σε πάγκους. Να πάρεις το ποτήρι σου και να το γεμίσεις να πιεις όσο λαχταρούσε η ψυχή σου. Ήπια.

έβγα στο παραθύρι σου να σε χαρώ και δως μου ένα φιλάκι.

Μια κοπέλα επέστρεψε στη παρέα της μετά το χορό και οι φίλοι της την καταχειροκρότησαν. Εκείνη τους υποκλίθηκε θεατρικά. Χαμόγελα.

Την μυστική αγάπη μας, κρυφά να την κρατήσεις.

Ένα ζευγάρι κάθεται δίπλα μου. Η κοπέλα έχει γύρει στον ώμο του. Το αγόρι στρίβει ένα τσιγάρο και της το δίνει. Τον ευχαριστεί. Με ένα φιλί.

χίλια που να σου τάξουνε να σε χαρώ, να μην την μαρτυρήσεις.

Ο βοριάς μάλλον έχει προηγούμενα με το νησί. Δεν με νοιάζει. Τον απολαμβάνω και αυτόν σαν το κρασί μου ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω από τη πλάτη μου. Στο φεγγάρι.

Σαν να φοβάμαι μη φύγει από τη θέση του και θαμπώσει λίγο η ομορφιά τούτης της νύχτας.

ΣτΣ: Τη φωτογραφία τη βρήκα εδώ και το τραγούδι μπορείτε να το απολαύσετε εδώ.

Ποιος σκότωσε τον Τζον Αυλακιώτη?

Προκειμένου να στραφούν τα φώτα της δημοσιότητας μακριά από την υπόθεση Παυλίδη συνέβησαν δύο ενδιαφέροντα γεγονότα:

1. Ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης έκανε αγωγή (sic) στον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μιχάλη Καρχιμάκη γιατί τον έχει κάνει ρεζίλι στο πανελλήνιο με τις αποκαλύψεις του για τα έργα και τις ημέρες της madame Δίκα και όχι μόνο. Αξιοσημείωτο είναι να θυμηθούμε τις δύο επίθεσης ληστείας που είχε δεχτεί το 2005 ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στις οποίες κλάπηκε υλικό των ερευνών του. Μόνο.

2. Η ελληνική αστυνομία συλλαμβάνει κατά τύχη τον έναν από τους αδελφούς Παλαιοκώστα (ο άλλος μπαγλαρωμένος είναι)

Πλέον μπορεί να κοιμάται ήσυχος ο ελληνικός λαός. Και ο πλανήτης ολόκληρος θα τολμούσα να πω. Αν συνεχίσει η υπόθεση Παυλίδη να πλήττει τη καλή κυβέρνηση η ελληνική αστυνομία θα εξιχνιάσει την υπόθεση Jimmy Hofa βρίσκοντας τι πραγματικά του συνέβη 32 χρόνια πριν και εξαφανίστηκε, ενώ θα είναι σε θέση να αποκαλύψουν επιτέλους ποιος σκότωσε τον JFK.
Αν κάτσει όμως και δεύτερο σκάνδαλο μετά του Παυλίδη τότε να είστε σίγουροι ότι λίγο πριν την ημέρα των εκλογών θα μάθουμε και Ποιος σκότωσε τον Τζον Αυλακιώτη

Προς το παρόν, έχει ξεκινήσει η προπώληση των εισιτηρίων για τη πρεμιέρα της ιλαροτραγωδίας «Ο καταλληλότερος στη Θεσσαλονίκη». Όσοι δεν προλάβετε λόγω του πλήθους στις ουρές αναμονής η κρατική τηλεόραση ΥΕΝΕΔ θα προβάλλει τη παράσταση αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, χωρίς περικοπές. Η ταινία είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ανήλικους.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα #122

για τη μάχη των δελφίνων μέσα στη Ν.Δ.

«Νομίζω ότι έχει ξεκινήσει η μάχη της γόπας.»

Γιώργος Καρατζαφέρης ιχθυολόγος 23/8/2008

ΣτΣ: Προσοχή στις τσουχτρες μεσιέ. Άμα σε τσιμπήσουν θα τσούξει.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 23/8/2008

24.8.08

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Αρκά απο τη σειρά "Ξυπνάς μέσα μου το ζώο"

23.8.08

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα #121

«Δεν είμαι απογοητευμένος, είμαι στενοχωρημένος γιατί υπάρχουν κάποιοι επίορκοι αμαρτωλοί και δημιουργούν προβλήματα στην παράταξη»

Γιώργος Σούρλας πικραμένος 19/8/2008

ΣτΣ: Κάτσε να γυρίσει ο «καταλληλότερος» από τις διακοπές του και του τα λες από κοντά. Μη του ‘ρθει και κανένας ντουβρουτζάς εις τα εξοχάς και πάρεις το κρίμα στο λαιμό σου.

22.8.08

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 21/8/2008

21.8.08

Αρμεός

Αριστερά της παραλίας του Γαλησσά υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι που χάσκει πάνω σε ένα μικρό λόφο. Για να το προσεγγίσεις ακολουθείς μια σκάλα με πλατιά σκαλοπάτια που όσο ανεβαίνεις χάνει το σχήμα της και γίνεται ένα μικρό μονοπάτι. Η Αγία Πακού. Που σημαίνει υπακοή. Αγνάντεψε όσο γουστάρεις τη θέα και βγάλε φωτογραφίες. Χρόνο έχεις. Αξίζει.

Ύστερα κατέβα λίγα σκαλιά πιο κάτω από αυτά που ανέβηκες και γύρνα αριστερά σου. Δύο σκαλιά σπασμένα από μια σκάλα που προφανώς έχει εξαφανιστεί από τα χρόνια. Ακολούθα το μονοπάτι που έχουν ανοίξει άλλοι για σένα. Σε λίγα λεπτά θα δεις μπροστά σου ένα μικρό λαγγόνι.
Το λένε Αρμεό. Μη φρικάρεις. Θα είναι όλοι γυμνοί. Εδώ οι άνθρωποι δεν ντρέπονται ο ένας τον άλλον. Η γύμνια είναι κάτι φυσικό. Έχει μια αρμονία ένα γυμνό σώμα. Μια αρμονία που ταιριάζει στη φύση και αν πετάξεις τα ρούχα σου επιτέλους θα της ταιριάξεις και εσύ. Για λίγο έστω. Άντρες, γυναίκες κάθε ηλικίας, πιτσιρίκια απολαμβάνουν τη θάλασσα τον ήλιο τον αέρα, αχόρταγα. Όμορφη εικόνα.

Ο ήλιος ζεματάει αλλά μια βουτιά στο νερό σε κάνει να το ξεχνάς αυτό. Κολύμπα μέχρι την άκρη του λοφίσκου αριστερά σου και βάλε το κεφάλι σου κάτω από το νερό να απολαύσεις το χρώμα της σκιάς του στο βυθό. Γύρνα και δες τη παραλία μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου ψηλά στην Αγία Πακού.

Αργά το απόγευμα. Μια παρέα από τουρίστες μαζεύτηκαν κάτω από μία αυτοσχέδια τέντα ενός παππού ο οποίος γρατζούνιζε τη κιθάρα του. Μπερδεμένες μελωδίες. Μια γυναικεία φωνή τον ακολουθούσε σε ότι μπορούσε και εκείνη να αναγνωρίσει. Ήταν γλυκιά φωνή. Παιδική.

Παρατηρώντας τον ήλιο ένοιωθα τη ταχύτητα του καθώς γλιστρούσε κατά μήκος του λόφου. Άναψα τσιγάρο. Ο αέρας είχε πέσει αισθητά. Η θάλασσα ήταν σχεδόν επίπεδη. Δεν άκουγα τη κιθάρα. Δεν άκουγα τα τραγούδια. Αισθάνθηκα για μια στιγμή ότι ήμουν μόνος. Γύρισα τη πλάτη μου να δω πίσω μου και ήταν όλοι κάτω από τη τέντα. Μου φάνηκαν περισσότεροι κιόλας. Το βλέμμα τους. Μαγεμένο. Σιωπή. Ο ήλιος άγγιξε στον ορίζοντα την επιφάνεια της θάλασσας.

-Μαμά γιατί δεν σβήνει? ρώτησε μια πιτσιρίκα που καθόταν στα πόδια του πατέρα της
-Είναι πολύ πιο δυνατός για να τον σβήσει η θάλασσα, της απάντησε η μάνα της.
-Σαν το μπαμπά? συνέχισε η πιτσιρίκα
-Σαν τον μπαμπά, είπε η μάνα.
Ένα φιλί του μπαμπά έκανε τη μικρή να λαμπυρίζει από χαρά.

Ο ήλιος βουτούσε στο γαλάζιο νερό και είχε πάρει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα. Μια φράση του Dylan Thomas στο μυαλό μου: «…καθώς έπεφτε έκανε τα βράχια να φαντάζουν πληγιασμένα».
Ησυχία. Τα μάτια στον ήλιο και η σκέψη σε ένα μάταιο αποχαιρετισμό. Ένα περίεργο συναίσθημα αφού ξέρεις ότι αύριο θα τον συναντήσεις πάλι.

Τα πάντα σταμάτησαν να κινούνται για μια και μόνο στιγμή. Τότε που σχεδόν χάθηκε από τα μάτια μας. Η ησυχία λύθηκε με χαμόγελα και φωνές αποχαιρετισμού. Με απλωμένα χέρια.

Ο ήλιος είχε δύσει αφήνοντας πίσω του τον ορίζοντα. Ματωμένο.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα #120

«Θέλω να επαναλάβω ότι η όλη διαδικασία της «υπόθεσης Παυλίδη» υπήρξε απόλυτα σύννομη»

Σωτήρης Χατζηγάκης αγχωμένος 19/8/2008

ΣτΣ: Άμα το πεις 100 φορές από μέσα σου θα το πιστέψεις και ο ίδιος.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 19/8/2008

20.8.08

Πάνθεον - πλατεία Μιαούλη

Σχεδόν τόσο παλιό που κανείς δεν ξέρει ακριβώς την ηλικία του. Οι Συριανοί το τοποθετούν γύρω στις αρχές του προηγούμενου αιώνα τότε που θεμελιωνόταν και το πανέμορφο δημαρχείο της Ερμούπολης,υλοποιώντας ένα φιλόδοξο σχέδιο του Τσίλερ. Από τις πόρτες αυτού του καφενείου έχουν περάσει οι σημαντικότερες προσωπικότητες της χώρας. Τότε που το νησί απολάμβανε την ευημερία και τη πρόοδο που είχαν δημιουργήσει παράλληλα με τους καθολικούς κατοίκους οι ορθόδοξοι πρόσφυγες.

Δύο μεσήλικες άντρες πολεμούν πάνω από μια σκακιέρα σιωπηλά,σχεδόν ακίνητοι. Υποπτεύομαι ότι η κατάσταση είναι δύσκολη για τους λευκούς Ο στρατηγός τους είναι προβληματισμένος. Ανάβει τσιγάρο. Μικρό ροκέ. Ο αντίπαλος του χαμογελούσε.

Είναι αργά το μεσημέρι και το δροσερό αεράκι είναι αρκετό για να σου φτιάξει τη διάθεση που στην έχει ψιλοχαλάσει το χθεσινό ξενύχτι με το πιόμα. Πλατάνια μουριές και βουκαμβίλιες μπλεγμένα όλα μεταξύ τους δημιουργούν, μια φυσική δροσερή στέγη που ο ζεστός ήλιος δεν τολμά να διαπεράσει. Λίγο παραπέρα δύο πελώριοι φοίνικες στέκονται αγέρωχοι μαρτυρώντας το ένδοξο παρελθόν της ομορφότερης πλατείας του τόπους μας. Της πλατείας Μιαούλη. Τα απογεύματα σφύζει από ζωή. Στα σκαλοπάτια του δημαρχείου συγκεντρώνονται οι πάντες. Από πιτσιρίκια μέχρι ηλικιωμένα ζευγαράκια αράζουν εκεί παρατηρώντας την κίνηση. Δεν είναι δυνατόν να κανονίσεις ένα ραντεβού με τη παρέα και να πεις διαφορετικό σημείο από τη σκάλα. Δέν έχει νόημα. Στη πλατεία όμως τούτη την ώρα δεν κυκλοφορεί κανείς. Σποραδικά κάποιοι περαστικοί τη διανύουν βιαστικά και προσπαθείς να καταλάβεις που είναι κρυμμένοι οι υπόλοιποι.

Τα λευκά μάρμαρα της κάτω από τον δυνατό ήλιο είναι εκτυφλωτικά. Νομίζεις ότι εκπέμπουν παράλληλα και ένα δικό τους φως. Η μεγάλη μαρμάρινη εξέδρα απέναντι και δεξιά της μεγάλης σκάλας του δημαρχείου χθες φιλοξενούσε μια παιδική χορωδία που ερμήνευε λαϊκά κομμάτια. Είναι πολύ περίεργο να ακούς με παιδικές φωνές τραγούδια που μιλούν για έρωτα, ανεκπλήρωτα πάθη, πόνο, θάνατο. Και όμως πιστεύω ότι έτσι καταλαβαίνεις την ομορφιά ενός καλογραμμένου τραγουδιού. Ο στίχος, η μελωδία είναι εκεί. Ίδιοι. Τα συναισθήματα που σου δημιουργούνται ακούγοντας το, ίδια. Καθώς τα απολάμβανα θυμάμαι τον εαυτό μου να χαμογελά. Θα τολμούσα να πω λίγο συγκινημένος.

-Σαχ, είπε ήρεμα ο στρατηγός των λευκών.
Το μικρό ροκέ είχε αλλάξει τη παρτίδα υπέρ του.
Ο μαύρος βασιλιάς θα αναγκαστεί να παραδοθεί στη λευκή βασίλισσα.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη

Παράδειγμα # 119

Στιχομυθία μεταξύ του επιτίμου και ενός αυτόχειρα σε κάτι εγκαίνια κάπου στη Κρήτη

Μητσοτάκης: «Δημήτρη,παιδί μου,τι κάνεις;Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω»
Αβραμόπουλος: «Κύριε πρόεδρε, πάντα χαρά μου να σας βλέπω!»

Δημήτρης Αβραμόπουλος θαρραλέος ψεύτης 16/8/2008

ΣτΣ: Για να μάθεις να λές ψέματα, τράβα να βρείς παπά για ευχέλαιο αυγουστιάτικα!

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 19/8/2008

19.8.08

Σαντορινιοί

Ένας μικρός κόλπος προστατευμένος από το δυνατό βοριά που ταλαιπωρεί εδώ και μέρες το νησί. Στα αριστερά του μια σειρά από ύφαλους λειτουργούν σαν φυσικό τοίχος που πάνω τους σκάνε τα κύματα της ανοικτής θάλασσας. Μια στενή παραλία με βότσαλα καρφωμένα στην αμμουδιά. Βότσαλα λευκά, διάφανα, περίεργα πολύχρωμα, τοποθετημένα σε ένα βελούδινο από την υγρασία στρώμα άμμου. Νομίζεις ότι άμα τα κοιτάξεις από ψηλά θα σχηματίζουν μια λέξη, μια εικόνα όμορφη και μυστήρια. Σαν εκείνη... Τα βότσαλα που είχε ξεχωρίσει ήταν αρκετά. Ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματα της με τάξη.

Το νερό κρυστάλλινο. Κολυμπάς και αισθάνεσαι ότι αιωρείσαι τυλιγμένος από μια απίστευτη δροσιά. Σαν να σε φιλοξενεί μια μεγάλη μήτρα που δεν κυριαρχεί το σκοτάδι αλλά το φως. Μέσα της δεν είσαι προστατευμένος και περιορισμένος αλλά εκτεθειμένος και ελεύθερος να απλώσεις τα χέρια σου και αν είναι δυνατόν να κλίσεις στις χούφτες σου το νερό και να το κρατήσεις
Μου αρέσει να βουτάω κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και να ψάχνω κόντρα το φως του ήλιου που διαθλάται μέσα στο νερό. Ένα φωτεινό μονοπάτι που ακολουθώ και προσπαθώ καθυστερώντας την αναπνοή μου, να απολαύσω περισσότερο την ομορφιά του. Η ησυχία που επικρατεί κάτω από το νερό σου επιβάλλεται. Δεν ακούς τίποτα απολύτως. Μονάχα τους χτύπους της καρδιάς σου.
Στην αμμουδιά παρατηρείς τον ήλιο και σε γλυκαίνει η ζέστα του. Σχεδόν τον νιώθεις να προχωρά προς την δύση του. Ο αέρας γλύφει κόντρα την επιφάνεια της θάλασσας και εκείνη ανταποκρίνεται αλλάζοντας το χρώμα και την υφή της. Τότε μόνο καταλαβαίνεις ότι η θάλασσα πάλλεται. Ότι είναι ζωντανή. Ότι κάθε φορά που μπαίνεις μέσα της εξαγνίζεσαι. Βαπτίζεσαι. Εξορκίζεις κάθε άσχημη σκέψη, κάθε μίζερη σκέψη στο μέρος που της πρέπει. Στη λησμονιά.

Σηκώθηκε να φύγει παραπατώντας ελαφρά. Είχε μαζέψει τα πράγματα της με τάξη. Αφήνοντας τελευταία την πατερίτσα του αριστερού χεριού της.

Μου φάνηκε ότι χαμογελούσε καθώς έφευγε.
Ίσως γιατί σήμερα δεν χρειάστηκε τη βοήθεια κανενός για να απολαύσει αυτή τη θάλασσα.

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη.

Παράδειγμα #118

«Η κατεύθυνση της πολιτικής μας όσων αφορά τη δημοσιονομική εξυγίανση είναι δεδομένη»

Γιώργος Αλογοσκούφης θερμόπληκτος 8/8/2008

ΣτΣ: Να αποφεύγεις τον ήλιο κατά τις μεσημεριανές ώρες Ζώρζ. Έλεος πια.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 13/8/2008

18.8.08

Επιστροφή

ΣτΣ: Καλημέρες! Επιστροφή στο Πειραιά και ένα τραγουδάκι για ένα υπέροχο καλοκαίρι που ακόμα συνεχίζεται

(Sonny J : Handsfree)