31.10.07

Η ηλιθιότητα είναι αήτητη.

Παράδειγμα ενδέκατο

«Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλους παράνομους μετανάστες»

Ντόρα Μπακογιάννη, 29/10/2007

ΣτΣ: Και εμέις εσένα αλλά δεν το κάνουμε και θέμα,madame.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 30/10/2007

30.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 26/10/2007

29.10.07

26.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας





του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 26/10/2007

25.10.07

Όλα απο τη ζωή είναι βγαλμένα

Πράξη Γ'

Στα βόρεια προάστια πίσω από τους ψιλούς μαντρότοιχους μιας τεράστιας ωρολογιακής βόμβας ικανής να τινάξει στον αέρα τα ιδία τα προάστια η ζωή κυλούσε ήρεμα σχεδόν βαρετά και χωρίς περίεργες μυρωδιές. Στο γυάλινο κλουβί του προαύλιου χώρου ξεπροβάλλει η διακριτική πινακίδα ΦΟΡΙΕΣ».Το «ΠΛΗΡΟ είναι καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης και μουντζούρας κοινώς μάκα ή πίχλα. Η τελευταία φορά που φάνηκε ολόκληρο το «ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ» ήταν ακριβώς πριν από ένα χρόνο με αφορμή την επιθεώρηση του Στρατηγού Τσανγκ Για Πλημμύρα. Μια στεντόρεια φωνή ακούστηκε ;


-Ο Τσάνγκ Για Πλημμύρα; Πάλι; Έλεος πια! Όλα τα έχουμε πάρει.TUV, ISO, ΕΛΟΤ, ΓΚΑΣΠ, ΟΥΛΠ, ΣΟΜΠ, ΟΥΑΚ, ΜΟΥΜΠΛΕ-ΜΟΥΜΠΛΕ. Τι σκατά μένει; αναρωτήθηκε ο Ιβάν Γιανκαμαρία μπαίνοντας στο γυάλινο κλουβί της κακάσχημης –σύμφωνα με τη Βέτα Μπετονιέρα - Μάϊρας Βησσαρίωνος.

-Το ΓΚΡΡΡ! είπε η κακάσχημη Μάϊρα Βησσαρίωνος

-Μάλιστα! Ας είναι το τελευταίο. Αλλά γιατί ήρθα εδώ; ρώτησε κατεβαίνοντας μία οκτάβα.
-Θα σας γελάσω απάντησε η κακάσχημη Μάϊρα Βησσαρίωνος.
-Δε προλαβαίνουμε κοπέλα μου δε προλαβαίνουμε είπε διατηρώντας την ίδια οκτάβα
-Για να επιμένετε κάτι θα ξέρετε παραπάνω είπε με ολύμπια αταραξία η κακάσχημη Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Γαμώ τη Κίνα μου γαμώ. Γαμώ και το Ταραμά γαμώ. επισήμανε ανεβαίνοντας ξανά μια οκτάβα.
-Τι να σας πω. Γούστα είναι αυτά. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα έλεγε η γιαγιά μου, είπε η Μάϊρα Βησσαρίωνος ατάραχη.
-Μου έγραψες το χθεσινό επεισόδιο από την Μαρία την Άσχημη; ρώτησε αλλάζοντας δύο οκτάβες. Προς τα κάτω.
-Φυσικά! Στο γραφείο σας είναι η κασέτα απάντησε αδιάλειπτα ήρεμη η κακάσχημη Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Α γεια σου!
-Γεια σας ,γεια σας. Του είπε και ήπιε μονορούφι το ζεστό καφέ της. Φυσικά ζεματίστηκε. Μετά από τη πρωινή επίσκεψη του Ιβάν Γιανκαμαρία έπρεπε να ξεσπάσει κάπου η χριστιανή. ‘Τι εννοεί δεν προλαβαίνουνε. Σε ένα μήνα θα έρθει ο Τσάνγκ Για Πλημμύρα πόσο περισσότερο χρειάζονται οι ηλίθιοι για να ετοιμαστούν’ αναρωτήθηκε και κούνησε το κεφάλι της

Λίγες στιγμές αργότερα χτυπούσε επίμονα το τηλέφωνο.
Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Τακάνο Τακακάμου αγριεμένος.
-Που είναι ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ΟΕΟ; ρώτησε με νόημα
-Δεν έχει έρθει ακόμα κύριε Τακακάμου. Δεν έχει ξημερώσει ακόμα.
-Να δώσεις εντολή να κλειδωθούν όλες οι τουαλέτες του εργοστασίου.Τώρα.

-Μα …
-Μαμούνια! Ακούς τι σου λέω; Και όταν έρθει ο Γιαταούρα να με περιμένει στο γραφείο μου. Μόλις τελειώσω με το Υγειονομικό θα έρθω στο εργοστάσιο. είπε.
-Μάλιστα.
-Και μην τον αφήσεις να χρησιμοποιήσει καμία τουαλέτα. Αν του έρθει να τον στείλεις στο χωράφι πίσω από το εργοστάσιο , και της το έκλεισε στα μούτρα.
‘Δε ξεκινάμε καλά σήμερα’ συλλογίστηκε η Μάϊρα Βησσαρίωνος. 'Καθόλου καλά!'

Ντρίιιιιιιιιιν,ντρίιιιιιιιιιιν. Το τηλέφωνο στο κλουβί του χτικιάρη Γιάννη Μπούκλα – σύμφωνα πάντα με τη Βέτα Μπετονιέρα - χτυπούσε επίμονα.
-Παρακαλώ, απάντησε ψιλοστραβωμένος ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας. Έχει ένα θέμα με τα πρωινά τηλέφωνα στη δουλειά.
-Bonjour, είπε η Μάϊρα Βησσαρίωνος ευχάριστα.
-Good morning, and good month. How are you today? είπε ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας με τουρκικό αξάν. Ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι που κάνανε μεταξύ τους για να μην χαζέψουν εντελώς με αυτά που συνέβαιναν στη καθημερινότητα τους στο εργοστάσιο.
-Fine, fine χρυσέ μου. Αν και σήμερα δε ξεκινήσαμε καθόλου καλά. επισήμανε η Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Τι έγινε πάλι; Ρώτησε απορημένος ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας
-Δεν ξέρω αλλά έχω μια διαίσθηση ότι τα καλύτερα δεν τα έχουμε δει ακόμα Για αρχή είχα τον Ιβάν Γιανκαμαρία να σιχτιρίζει το σύμπαν για την επίσκεψη του Τσάνγκ Για Πλημμύρα. Ευτυχώς ξεκουμπίστηκε να πάει να δει στο video τη Μαρία την Άσχημη.
-Χριστέ μου 06:10 είναι ακόμα; Αναφώνησε έκπληκτος ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας
-Και έχει αργήσει σήμερα. έσπευσε να απαντήσει η Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Μάλιστα.
-Και συνεχίζω. Στο καπάκι με παίρνει τηλέφωνο αγριεμένος ο Τακάνο Τακακάμου και μου λέει με το που θα έρθει ο Μπάζο Λι Γιαταούρα να τον στείλω να περιμένει στο γραφείο του.
-Πάλι σκατά θα τα έκανε πάνω να μου το θυμηθείς, είπε ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας μη γνωρίζοντας πόσο εύστοχη ήταν η παρατήρησή του.
-Πόσο σκατά ποια; Το ρουφιάνο πήγε να κάνει. Παλιά του τέχνη κόσκινο, επισήμανε η Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Σωστό και αυτό.
-Το καλύτερο όμως δε στο είπα.
-Κούφανε με! είπε με σιγουριά ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας
-Ο Τακάνο Τακακάμου μου είπε να κλειδώσω όλες τις τουαλέτες του εργοστασίου!
-Τι;
-Και αν του έρθουν του Μπάζο Λι Γιαταούρα να τον στείλω στο χωράφι πίσω από το εργοστάσιο.
-Τι να του έρθουν;
-Κακάκια! Ξέρω εγώ χρυσέ μου, ότι μου είπε σου λέω. τόνισε η Μάϊρα Βησσαρίωνος
-Κάτι μου βρωμάει σε αυτή την υπόθεση Μάϊρα. είπε ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας εξακολουθώντας να μη γνωρίζει πόσο εύστοχη ήταν και αυτή η παρατήρησή του
-Και μένα, αλλά σε κλίνω τώρα γιατί μου χτυπάει η άλλη γραμμή. Γεια.
-Γεια.

Στην άλλη γραμμή ήταν η αγουροξυπνημένη Βέτα Μπετονιέρα η οποία σε άθλια ψυχολογική κατάσταση μιξοκλαίγοντας και μπουκωμένη –με τη πρωινή της τυρόπιτα κουρού - εξήγησε χαρτί και καλαμάρι τη χθεσινή τραγωδία των εγκαινίων στην άφωνη Μάϊρα Βησσαρίωνος. Δουλειά δεν είχε να κάνει και ήθελε να εκδικηθεί τον Μπάζο Λι Γιαταούρα για τη προσβολή που της έκανε. Φυσικά για το δικό της μερίδιο ευθύνης στη καταστροφή δεν έγινε λόγος. Απλά ήθελε όλες οι θυγατρικές του ομίλου να μάθουν τα κατορθώματα του. Η εκδίκηση μίας κυρίας. Στη περίπτωσή της η εκδίκηση μιας πολύ χοντρης κυρίας που τόλμησαν να τη πουν δημόσια παχύδερμο.
Την ίδια ώρα το φούξια Subarou Impreza έμπαινε στο εργοστάσιο με χαμηλή ταχύτητα πράγμα ασυνήθιστο για τον μοναδικό Μπάζο Λι Γιαταούρα, αλλά άμα έχεις τη φωλιά σου χεσμένη... Πάρκαρε παράνομα, φυσικά, στο γνωστό σημείο -κάτω απο τη γιγάντια μεταλλική ταμπέλα της εταιρίας-γιατί εκεί είχε ίσκιο.

Μέσα στο γυάλινο κλουβί δε χώραγε να περάσει κουνούπι. Όλο το κλουβί είχε γεμίσει από την οντότητα του Μπάζο Λι Γιαταούρα. Φουσκωμένος από περηφάνια και όχι από αέρια -ευτυχώς- προσπαθούσε να δείξει ότι δε τρέχει κάστανο. Την Μάϊρα Βησσαρίωνος την έτρεμε όχι για κανένα ιδιαίτερο λόγο φυσικά, απλά γνώριζε ότι εκείνη τον θεωρούσε μαλακοβιόλη. Η Μάϊρα Βησσαρίωνος αφού είχε μάθει τα νέα είχε την διάθεση να τον κόψει φέτες και να τον τηγανίσει. Και θα το έκανε.
-Καλημέρα Μπάζο Λι Γιαταούρα. Κομμένος φαίνεσαι. Πάλι εκεί το πάρκαρες; είπε ειρωνικά.
-Είμαι Μάϊρα, πέρασα μια δύσκολη μέρα και το φούξια Impreza μου όπου γουστάρω θα το παρκάρω. Έχω την άδεια του αρχινίντζα Τακάνο Τακακάμου απάντησε με ύφος καρδινάλιου υποψήφιου για το παπικό θρόνο, ο Μπάζο Λι Γιαταούρα
Η Μάϊρα Βησσαρίωνος σηκώθηκε από τη θέση της και ξεκίνησε να ετοιμάζει τον δεύτερο καφέ της. Η θερμοκρασία στο γυάλινο κλουβί άρχισε να πέφτει κατακόρυφα.
«Αρχίζει και κάνει κρύο εδω μέσα. Δεν μπορεί να έχει μάθει τίποτα από τα χθεσινά ακόμα» συλλογίστηκε ο Μπάζο Λι Γιαταούρα. Όταν:
-Σκατά τον έκανα τον καφέ είπε η Μάϊρα Βησσαρίωνος και κάθισε.
Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα στο άκουσμα της λέξης «σκατά» ανατρίχιασε και άρχισαν να κοκκινίζουν τα μαγουλά του, που ήταν και στο μέγεθος συκόφυλλου.
-Λοιπόν για πες μου Μπάζο Λι Γιαταούρα γιατί είχες χθες μια δύσκολη μέρα; ρώτησε η γάτα το ποντίκι.(σ.τ.σ. Οι παραλληλισμοί δικοί σας)
-Έπρεπε να τους έχω όλους σούζα και αυτό είναι πολύ δύσκολο Μάϊρα είπε προσπαθώντας να δείξει ατάραχος ο Μπάζο Λι Γιαταούρα.
-Σκατοδουλειά Μπάζο Λι Γιαταούρα σκατοδουλειά επισήμανε με νόημα η Μάϊρα Βησσαρίωνος αλλά για συνέχισε, τον παρότρυνε.
«Αυτή κάτι ξέρει και με πιλατευέι» συλλογίστικε ο Μπαζο Λι Γιαταούρα
-Οι υπάλληλοι της Aphodite security έπρεπε να νοιώσουν την υπεροχή μου. Μην ξεχνάς έχω τελειώσει καράτε Μάϊρα δεν είμαι απλώς security.
«Τι μαλακίες λέω Θεέ μου»
Εγώ είμαι προσωπικό ασφαλείας υψηλών προσώπων. Σκέφτομαι Μάϊρα να βγάλω άδεια οπλοφορίας
«Πολύ μεγάλες μαλακίες λέω Θεέ μου αλλά έχε χάρη που θέλω να ξεμπερδεύω με δαύτη» είπε και παράλληλα συλλογιζόταν ο Μπάζο Λι Γιαταούρα
-Γιατί χρυσέ μου ακόμα δεν έχει αρχίσει η κυνηγητική περίοδος. Αν πάλι σκέφτεσαι να αυτοκτονήσεις να βγάλεις. Συμφωνώ. τόνισε η Μάϊρα Βησσαρίωνος
«Κάτι ξέρει η μαλάκο. Κάτι ξέρει και με δουλεύει ψιλό γαζί» συλλογιζόταν ο Μπάζο Λι Γιαταούρα
Αγνοώντας την εκείνος συνέχισε
-Και αυτή η στολή δεν είναι για μένα Μάϊρα.
-Δίκιο έχεις. Τώρα που σε βλέπω αρχίζω να αναρωτιέμαι στα πόσα σκάει ο άνθρωπος.είπε με νόημα η Μάϊρα Βησσαρίωνος.
Καταπίνοντας και αυτό ο Μπάζο Λι Γιαταούρα συνέχισε:
-Βαρέθηκα εδώ μέσα μπορώ να προσφέρω περισσότερα Η ανθρωπότητα με χρειάζεται. «Όντως με χρειάζεται» είπε και παράλληλα συλλογίστηκε.
-Άκου Μπάζο Λι Γιαταούρα, γιατί και εγώ μέχρι ένα ορισμένο ποσό μαλακίας μπορώ να αντέξω. Αν ήθελες να προσφέρεις εδώ μέσα απλά θα την έκανες με ελαφρά πηδηματάκια προς την έξοδο. Όσο ακόμα χωράς απο εκεί. Αν πάλι ήθελες να προσφέρεις στην ανθρωπότητα θα μπορούσες να προσφέρεις το σώμα σου σε καμία ιατρική σχολή. Ένας φίλος του Γιάννη Μπούκλα έχει άκρες με μία ιατροδικαστή. Απλά είναι τα πράγματα. Μη κουράζεις το μυαλό σου. Δεν είναι και πολύ, χρυσέ μου. τόνισε η Μάϊρα Βησσαρίωνος.
-Τι είναι αυτά που λες τρελή γυναίκα. Απάντησε ξεσπώντας ο Μπάζο Λι Γιαταούρα. Πάνω τους έδωσα να καταλάβουν ποιος πραγματικά είμαι! Σύντομα θα το καταλάβετε και οι υπόλοιποι εδώ. Και εσύ βλαμμένη αλλά και ο άλλος ο χτικιάρης Γιάννης Μπούκλας!
-Γιατί σκοπεύεις να μας χέσεις; ήρθε η σαΐτα από την ήρεμη Μάϊρα Βησσαρίωνος.
-Τι εννοείς; Ξεφύσηξε ο μπλαβής πλέον Μπάζο Λι Γιαταούρα.
-Η τουαλέτα είναι κλειδωμένη. Εξήγησε με ολύμπια αταραξία η Μάϊρα Βησσαρίωνος. Τέσσερις λέξεις. Τέσσερις μαχαιριές, αισθάνθηκε ο Μπάζο Λι Γιαταούρα στη μπάκα του
-Μάλλον είναι χαλασμένη πρόλαβε να ψελλίσει.
-Δεν είναι χαλασμένη. του είπε με σιγουριά η Μάϊρα Βησσαρίωνος και συνέχισε.
-Τα σκάτωσες για άλλη μια φορά. Μάλλον είναι η τελευταία. Ακόμα και ο αρχινίντζα Τακάνο Τακακάμου δεν μπορεί να σε αντέξει πια, που έχει κάνει την εκπαιδευσή του στο Θιβέτ. Εδώ δεν σε αντέχουν οι καινούριες αποχετεύσεις, θα μου πεις, αυτός θα σε άντεχε; Κάτι πήγε να πεί αλλά τον διέκοψε.
-Ρητορικό είναι το ερώτημα μην απαντήσεις. Αυτό είναι το τιμολόγιο της εταιρίας αποφράξεων Ο Φαταούλας. Πάρε το και πήγαινε στο γραφείο του Τακάνο Τακακάμου. Έδωσε ρητή εντολή να τον περιμένεις εκεί. Είναι τόσο τσαντισμένος που δεν θα τη γλιτώσεις τη φάλαγγα.
-Για άκου…τόλμησε να της πει υψώνοντας τη φωνή του.
-Σκάσε μπάμια, τον διέκοψε.
Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα παραπάτησε και κάθισε στη καρέκλα πίσω του. Με τις μπάμιες είχε ένα θέμα. Απο μικρός δεν τις έτρωγε. Ενδεχομένως απο συναισθηματικόύς λόγους.
-Όλα τελείωσαν πια,είπε η Μάϊρα Βησσαρίωνος και συνέχισε.
-Α,και που'σαι ο Τακάνο Τακακάμου είπε ότι αν θέλεις να τα κάνεις τα κακά σου να πας στο χωράφι πίσω από το εργοστάσιο. Αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα. Ο Μπάζο Λί Γιαταούρα κοκάλωσε.
«Τι έπαθε εδώ θα μου κατσικωθεί τώρα; » συλλογίστηκε η Μάϊρα Βησσαρίωνος.

Βιολιά άρχισε να ακούει από παντού ο Μπάζο Λι Γιαταούρα. Μπροστά από τα μάτια του άρχισαν να περνάνε εικόνες από τη μίζερη ζωή του. Εικόνες άλλοτε χαράς και άλλοτε λύπης. Ρουφιανιές σε συναδέλφους του που τους κόστισαν τη κακοπληρωμένη θέση τους. Γλειψίματα σε καθάρματα που ήθελε να τους μοιάσει. Καλοσχεδιασμένες ίντριγκες. Βρισίδια σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους. Η Βέτα Μπετονιέρα να πετάει με τη μορφή ενός κολύμπρι και να του έχει καθίσει στο σβέρκο. Πίτσες, πιάτα με μακαρονάδες με κιμά , μοσχαράκι στάμνας. «κλέφτικο» κοκκορέτσια, μπεκρή μεζέ, μπιφτέκια και κυρίως εκείνα τα γαμημένα σουβλάκια που «τσάκισε» το μοιραίο πρωινό των εγκαινίων. Είχε φρικάρει…

Εκείνη τη στιγμή ένα περιστέρι προσεκτικά πέταξε τη κοτσουλιά του πάνω στο καπό του φούξια Subaru Impreza. Τη κουτσουλιά ακολούθησε το γράμμα Ε που ξεκόλλησε ξαφνικά από τη γιγάντια μεταλλική ταμπέλα της εταιρίας.

-Καλή σου μέρα Μπάζο Λι Γιαταούρα. Η δική μου σίγουρα είναι πια, είπε παρατηρόντας ατάραχη τη φούξια καταστροφή η Μάϊρα Βησσαρίωνος.


(τέλος)


ΣτΣ:Οι φωτογραφίες της Μάϊρας Βησσαρίωνος και του Γιάννη Μπούκλα είναι από την αστυνομική τους ταυτότητα. Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω τη Μάϊρα για τη βοήθειά της στη συγγραφή της τρίτης πράξης.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 24/10/2007

24.10.07

23.10.07

Όλα απο τη ζωή είναι βγαλμένα.

Πράξη Β'

Κατά την είσοδο του στο υπερσύγχρονο κτίριο έπεσε πάνω στη Βέτα Μπετονιέρα, παλιά του γνώριμο.
-Μπάζο Λι!! Τι κάνεις παίδαρε; αναφώνησε η Βέτα Μπετονιέρα. ‘Γαμώτο μου! Πάνω μου θα χεστώ πάλι σήμερα’ συλλογίστηκε και της έκανε νόημα με τρόπο για να μην συνεχίσει και αποκαλύψει τίποτα άλλο .Έπρεπε να της εξηγήσει ότι είχε έρθει ινκόγκνιτο για λόγους ειδικούς, αλλά από την άλλη ήθελε να πάει και στη τουαλέτα. Αυτά είναι σοβαρά διλήμματα.
Η Βέτα Μπετονιέρα ήταν μια εξαιρετικά χοντρή γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας. Τα μάτια της ήταν σα κουμπότρυπες εξαιτίας αυτού του πάχους. Φορούσε κάτι γιγάντια πατομπούκαλα όχι γιατί είχε πρόβλημα όρασης αλλά γιατί έπρεπε να βρει έναν πρακτικό τρόπο να κρατάει τα μαγούλα της μακριά από το οπτικό της πεδίο για να μπορεί να βλέπει όπως όλος ο κόσμος. Για αδυνάτισμα, φυσικά ούτε λόγος. Άλλωστε όπως έλεγε η ίδια το πάχος της προερχόταν μονό από υγρά. Επιπροσθέτως είχε ένα μεγάλο φρύδι μόνο. Για να ακριβολογήσω δύο πρέπει να είχε, αλλά ήταν ενωμένα. Σε κάθε της κίνηση τα πακιά της ταλαντεύονταν επικίνδυνα μετατοπίζοντας συνεχώς το κέντρο βάρους της με κίνδυνο να σωριαστεί χάμω ανά πάσα στιγμή και ώρα. Πρόσεχε ιδιαίτερα να μη σβουριαστεί γιατί θα χρειαζόταν βίντσι για να σηκωθεί και ως γνωστόν η εταιρία δεν θέλει περιττά έξοδα.
Η Βέτα Μπετονιέρα άρπαξε τον Μπάζο Λι Γιαταούρα από το μπράτσο και τον οδήγησε στη reception όπου ήταν και η θέση της. Φτάνοντας του είπε συνωμοτικά:
-Πρέπει να σου μιλήσω. Τώρα. Πρέπει να μάθεις. Πριν είναι πολύ αργά... Εκείνος μη μπορώντας να την αποφύγει και ομολογουμένως περίεργος κάθισε δίπλα της.
-Τι βρωμάει καλέ έτσι; αναφώνησε η υπάλληλος ασφαλείας της Aphrodite Security Φρένια Αστροπελέκη.
-Δε πας να κάνεις κάνα τσιγάρο είπε με την σιγανή αλλά αυστηρή φωνή της η Βετα Μπατονιέρα γνωρίζοντας ότι αυτό που βρωμούσε ήταν ο Μπάζο Λι Γιαταούρα.
Η Φρένια Αστροπελέκη σηκώθηκε και έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

-Τι βλήμα είναι αυτό; είπε ο Μπάζο Λι Γιαταούρα με τη διακριτικότητα που τον χαρακτηρίζει.
-Άσε Χάλια. Είναι πιο ηλίθιοι και από τους δικούς σου συναδέλφους στο εργοστάσιο. Με έχουν κουράσει πάρα πολύ. Μου θυμίζουν εκείνη τη κακάσχημη τη Μάιρα Βησσαρίωνος και τον χτικιάρη Γιάννη Μπούκλα. Στο άκουσμα των συναδέλφων του ο Μπάζο Λι Γιαταούρα διαολίστηκε.
-Χέστην αυτήν τη μαλάκο και το φλώρο. Εδώ πριν λίγο στην είσοδο είχε το θράσος να με σταματήσει ένα άλλο βλήμα με μουστάκι και όταν τον ρώτησα το όνομα του μου είπε ότι χύνει ο ανώμαλος, είπε φανερά συγχυσμένος.
-Χίνης, είναι το όνομα του. Αρης Χίνης του απάντησε η Βετα Μπατονιέρα. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα έκλασε ξανά γεγονός που του θύμισε ότι έπρεπε να βρει γρήγορα μια τουαλέτα και να τελειώνει με αυτή τη χοντρή.
-Άκου Βέτα προσεκτικά σε παρακαλώ. Πριν μου πεις εσύ πρέπει εγώ να σου πω κάτι σημαντικό. Δεν μπορώ να το κρατάω άλλο μέσα μου. Δεν αντέχω άλλο αυτό το φορτίο. Ελπίζω μόνο να δείξεις το ανάλογο ενδιαφέρον.
Η Βετα Μπατονιέρα συγκλονίστηκε. Τι σημαντικό ήθελε να της πει ο Μπάζο Λι Γιαταούρα. Μήπως είχε καταλάβει...Όχι δε γίνεται δεν είναι δυνατόν...Άρχισε να ιδρώνει. Το αγελαδίσιο βλέμμα της διασταυρώθηκε με το αλλήθωρο δικό του. Βασικά τον κοίταζε στο μέτωπο νομίζοντας ότι τον κοιτούσε κατάματα. Μουσική ακούγονταν μέσα στο μυαλό της. Τερλέγκας συγκεκριμένα. Αισθανόταν ανάλαφρη σαν ένα μικρό κολύμπρι έτοιμο να απλώσει τον ράμφος του πάνω σε έναν ολάνθιστο υάκινθο γεμάτο μέλι, προσέχοντας μη πληγώσει τα σέπαλα του. Είχε μπλαβιάσει απο την ένταση κιόλας.
‘Μα τι κοιτάει το ζώον στο μέτωπο μου τόση ώρα; Πάλι θα πέταξα κανένα σπυρί.’ συλλογίστηκε ο Μπάζο Λι Γιαταούρα Όλη της η ύπαρξη σε τούτη τη ζήση αυτή τη στιγμή ήταν στραμμένη στο λόγο του Μπάζο Λι Γιαταούρα όταν εκείνος έβηξε προσπαθώντας να καλύψει μία εκκωφαντική κλανιά. Όμως μάταια. Ήταν πολύ ποιο δυνατή από ότι περίμενε και ο ίδιος. Το μικρό κολύμπρι έπεσε χάμω ψόφιο.
-Αηδία έχεις καταντήσει χρυσέ μου είπε φανερά εκνευρισμένη η Βετα Μπατονιέρα και άπλωσε το χέρι της και έβγαλε από το συρτάρι της ένα σάντουιτς με διπλό αυγό και διπλό μπέικον-μπιφτέκι που είχε καβάντζα για δύσκολες στιγμές.
-Συγγνώμη απολογήθηκε. Δε ξέρω τι με έχει πιάσει σήμερα.
-Μην απολογείσαι , τον διέκοψε η Βετα Μπατονιέρα. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Προχτές έφαγα δύο κιλά ακτινίδια γιατί προσέχω τη διατροφή μου και είχα αέρια. Πήγα τουαλέτα και βούλωσαν. Τη Δευτέρα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν ξανά. Ο Τακάνο Τακακάμου τις σφράγισε ο ίδιος. Εγώ δε φταίω πάντως. Το τράβαγα το καζανάκι.
Ο Μπαζο Λι Γιαταούρα πάγωσε. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Βρόντηξε κατακόκκινος από θυμό το χέρι του πάνω στο γραφείο ενεργοποιώντας εν αγνοία του το μικρόφωνο ανακοινώσεων. Έπιασε τη Βέτα Μπατονιέρα έξαλλος και την ταρακούνησε. Όσο μπορούσε φυσικά.
- Παλιοφάλαινα! Ποιος ξέρει τι είχες κατεβάσει στη καταβόθρα σου. Φίδια; Σύχρηστες άφησες και τις τουαλέτες στο εργοστάσιο. Που να σε πάρει ο διάολος, παχύδερμο.
- Άντε να χαθείς ρε μπάμια, που θα μου τι πεις κιόλας. Εδώ δεν μπορείς να καταφέρεις τη Τζένη Πίππα που την έχουν πάρει και αδελφές εμένα θα κουλαντρίσεις, Άχρηστε! Όλη εταιρία έχει μάθει τι μπάμιας είσαι. Ας είναι καλά το Τζενάκι που μας άνοιξε τα μάτια.
-Θα τη σκίσω τη ψεύτρα πρόλαβε να πει ο Μπάζο Λι Γιαταούρα μέσα από τα σφιγμένα δόντια του.
-Ναι ρε! Με τι; Ήταν η απάντηση.
Ακόμα και ο Μπάζο Λι Γιαταούρα δεν μπορούσε να αντέξει τόσο δηλητήριο. Άρπαξε το σάντουιτς από τα χέρια της Βέτας Μπατονιέρας βούτηξε τα κλειδιά της τουαλέτας και εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του μια χοντρή γυναίκα να κλαίει απαρηγόρητη που τις κλέψανε το δεκατιανό. Ξαφνικά σταμάτησε το κλάμα. Κάτι περίεργο συνέβαινε στην τεράστια αίθουσα της εισόδου. Απόλυτη σιωπή. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό. ‘Δεν είμαι μόνη’ συλλογίστηκε.
Σήκωσε το κεφάλι και πάγωσαν τα δάκρυα της με αυτό που αντίκρισε Δεκάδες μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της. Βλέμματα αποδοκιμασίας και αηδίας. Πουθενά κατανόησης. Συνάδελφοι και καλεσμένοι. Μέχρι και ένα γκριφόν σκυλάκι μιας κυρίας τη κοίταζε. Γιατί άραγε; Κοίταξε στη μικροφωνική εγκατάσταση και είδε το λαμπάκι λειτουργίας στο κόκκινο. Κοκκίνισε και η ίδια. Τότε ήταν που μία σπαραχτική κραυγή ξεπήδησε μέσα από τα στήθια της που τους σπασοχόλιασε όλους. Πρόλαβε να τους πει πλαντάζοντας στο κλάμα:
-Εγώ το τράβαγα το καζανάκι....! πριν σωριαστεί στο πάτωμα, απελπισμένη.

Πολλοί παραπάτησαν.

Το πάτωμα άρχισε να σείεται. Ένας περίεργος βόμβος ακούστηκε από ψηλά. Σαν να γουργούριζε το ταβάνι πάνω από το κεφάλι τους.
-Χριστέ μου πόσο ζυγίζει άραγε η receptionist,είπε ένας ευτραφής κύριος προσπαθώντας να σηκωθεί από το πάτωμα.
-Δε νομίζω ότι φταίει μόνο η χοντρή για αυτό, είπε ένας νεαρός βοηθώντας τον να σηκωθεί.
-Κάτι άλλο συμβαίνει, φώναξε η κυρία με το γκριφόν το οποίο το έσκασε από την αγκαλιά της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

-Μπούμπη! Μπούμπη είπα! στρίγγλισε (σ.τ.σ. ναι, υπάρχουν γυναίκες που ακόμα στριγγλίζουν) αλλά μάταια. Φυσικά την είχε χεσμένη το ζωντανό και εξαφανίστηκε στο κήπο. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι υπόλοιποι, αλλά δεν έχουν όλα τα ζώα το ίδιο επίπεδο ενστίκτου.
Ο Μπούμπης το απέδειξε αυτό τραγικά.


Κανείς δε πρόλαβε να αντιδράσει. Στην αρχή σκίστηκε η ψευδοροφή στα δυο και από μέσα αντί να βγουν καλώδια βγήκαν σκατά. Σε όλα τα μεγέθη και σχέδια. Στη συνέχεια μία καφέ βροχή άρχισε να ραντίζει τους καλεσμένους και τους υπαλλήλους από το σύστημα πυρόσβεσης. Αρχικά ήταν ποτιστική. Μετά δυνάμωσε.
-Κύριε των Δυνάμεων! Το Chanel μου! Σπάραξε μια σιτεμένη κυρία.
-Ποιο Chanel μαντάμ! Εδώ πνιγόμαστε στο σκατό. Κάνε πιο κει, φράζεις και την έξοδο χριστιανή μου, είπε ένας κύριος προσπαθώντας να ανοίξει τη πόρτα. Αλλά το φωτοκύτταρο είχε μπλοκάρει. Πανικός επικρατούσε παντού όταν:
-Ευχαριστώ το σκηνοθέτη μου που πίστεψε σε μένα. Την οικογένεια μου που χωρίς αυτούς δεν θα είχα φτάσει ως εδώ...ούπσσσς ! ακούστηκε η φωνή της Φρένιας Αστροπελέκη από τα μεγάφωνα ανακοινώσεων.
Οι πανικόβλητοι άνθρωποι σταυροκοπήθηκαν.
Και συνέχισε:
-Συγγνώμη λάθος. Παρακαλείσθε όπως μεταβείτε προς τις εξόδους κινδύνου. Μην πανικοβάλλεστε καλέ. Λίγο νεράκι είναι. Να δροσιστούμε κιόλας. Τα σωσίβια σας θα τα βρείτε κάτω από τα καθίσματα σας. Ευχαριστούμε που επιλέξατε την Hellenic Seaways για το ταξίδι σας!
Οι πανικόβλητοι άνθρωποι δε σταμάτησαν να σταυροκοπιούνται.
-Τά΄πα καλά; ρώτησε χαμογελώντας η Φρένια Αστροπελέκη, μάλλον τον εαυτό της γιατί κανείς δεν της έδωσε σημασία εκτός από μερικούς που τη μούντζωσαν.
-Σκάσε ζώον και βοηθάμε να σηκωθώ! είπε η Βέτα Μπετονιέρα η οποία έχοντας συνέλθει από τη λιποθυμιά έκανε απέλπιδες προσπάθειες να σηκωθεί στα πόδια της. Δυο-τρεις νταβραντισμένοι νεαροί πήγανε να την βοηθήσουν αλλά μάταια. Γλιστράγανε και στα σκατά οι άνθρωποι. Αφού είδαν και αποείδαν την παρατήσανε χάμω και πήγαν και αυτοί προς την έξοδο κινδύνου. Η Φρένια Αστροπελέκη ούτε που γύρισε να τη κοιτάξει.
Στο μεταξύ η μπόχα ήταν τέτοια που ο κόσμος είχε αρχίσει να δακρύζει, όταν ξαφνικά άνοιξε η έξοδος κινδύνου. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα κρατώντας τα παντελόνια του πετάχτηκε από μέσα τρέχοντας σε κατάσταση σοκ. Τον ακολουθούσε ένας χείμαρρος από βοθρόνερα, σκατά και ότι άλλο μπορεί να ξεράσει μία ταλαιπωρημένη αποχέτευση. Το ρέμα, γιατί ρέμα έγινε πλέον, παρέσυρε όσους έβρισκε στο διάβα του. Μοναδικό ανάχωμα η Βέτα Μπετονιέρα η οποία τώρα κατάφερε να καθίσει οκλαδόν. Παρατηρώντας τον Μπάζο Λι Γιαταούρα να τρέχει συνειδητοποίησε ποιος ευθύνεται για όλο αυτό το χάος. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα δεν κρατήθηκε τελικά και χρησιμοποίησε τις τουαλέτες. Το φωτοκύτταρο τις εισόδου λειτούργησε επιτέλους. Το βρομερό τσουνάμι ξέβρασε προς τον κήπο τους πάντες, κυριολεκτικά και μεταφορικά χεσμένους. Υπάλληλοι και καλεσμένοι όλοι σύσκατοι. Κάποιοι σταυροκοπιούνταν ακόμη.
Τποτα άλλο δεν μπορούσε να περιγράψει την κατάσταση που επικρατούσε στο κήπο εξόν από τη φράση: «Αφεντικά και δούλοι σκατά γινήκαμε ούλοι»

Το μικρό γκριφόν αραχτό και ήρεμο, σχεδόν χαρούμενο, από ένα κλαδί της χαρουπιάς όπου βρισκόταν παρατηρούσε τη περίεργη και βρομερή σούπα που άρχισε να διαλύεται μπροστά του.


(συνεχίζεται)

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 22/10/2007

22.10.07

Όλα απο τη ζωή είναι βγαλμένα

Πράξη Α'





Ένα κρεμμυδοχώραφο στο Βάτικα μαζί με το δώρο του Πάσχα καθώς και τυφλή υπακοή στην πωλήτρια ανδρικού καταστήματος του Κολωνακίου, δεν είναι ικανά και τον πιο κακόγουστο άνθρωπο να τον κάνουν λιγότερο κακόγουστο. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ίδρωνε τρελά μέσα στο συνθετικό μπορντοροδοκόκκινο κοστούμι του. Τα κουμπιά από το σιέλ πουκάμισο ήταν έτοιμα να εκσφενδονιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σκορπίζοντας το θάνατο σε όποιον βρεθεί στη τροχιά τους. Ευτυχώς η βερικοκί γραβάτα λειτουργούσε προσωρινά σαν ασπίδα προστασίας. Το τόξο στο κοντέρ του αυτοκινήτου έδειχνε 120 km.Έριξε το βλέμμα πάνω του και σήκωσε το αριστερό φρύδι χαμογελώντας. 120 km μέσα στη πόλη βεβαιώνουν το πόσο οδηγάρα είσαι, άσχετα αν το ένα μάτι κοιτάζει την ανατολή και το άλλο (σ.τ.σ. πρόσεξέ με) το βορρά. Είχε μαζέψει διακόσια φάσκελα και τριάντα γαμοσταυρίδια από τους υπόλοιπους οδηγούς και ήταν φανερά ικανοποιημένος. Χαμηλός προϋπολογισμός μπροστά σε αυτά που είχε εισπράξει στη μέχρι τώρα ζωή του. Αλλά χαλάλι. Η σημερινή μέρα δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Ήταν διαφορετική. Ο αρχινίντζα του έδωσε μία ευκαιρία να αποδείξει τη πραγματική του αξία. Ο αρχινίντζα δεν έπρεπε να απογοητευθεί πάλι. Ο αρχινίντζα δεν συγχωρεί άλλο πια.


Στην άλλη άκρη της πόλης πίσω από μια γιγάντια τζαμαρία στο τελευταίο όροφο ενός νέου κτιρίου δυο πράσινα μάτια με μπλέ βλεφαρίδες, καθώς και δυο μαύρα φρύδια παρατηρούσαν τον κατάξερο και κακόγουστο κήπο όπου άρχισαν να συναθροίζονται οι καλεσμένοι. ‘Οι πλαστικές μπιγκόνιες δεν προσδίδουν καμία νότα ομορφιάς σε αυτόν το κήπο. Οι σαφρακιασμένες γλαδιόλες επίσης, για να μην αναφερθώ στις μαραμένες γαρδένιες και τα σιντριβάνια με τους καθρέπτες. Ευτυχώς που υπάρχει και η γιγαντιαία χαρουπιά αλλά τα βράδια είναι τίγκα στις κατσαρίδες.’ σκέφτηκε ο φοβερός και τρομερός Τακάνο Τακακάμου. Ήταν ανήσυχος. Η σημερινή μέρα ήταν άλλη μια δοκιμασία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο έμπιστος του Μπάζο Λι Γιαταούρα τον είχε απογοητεύσει. Έλπιζε η σημερινή μέρα να μην ήταν μια από αυτές. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε αρχίσει να γίνεται μέρος του προβλήματος. Πρώτα από όλα ήταν βλαμμένος, κακόγουστος και άχρηστος σε όλα τα βασικά καθήκοντα για τα οποία είχε προσληφθεί. Επιπροσθέτως ήταν χοντρός, γεγονός που του θύμιζε το δικό του αμαρτωλό παρελθόν πριν ξεκινήσει την ενασχόληση του με τη μακριά γαϊδούρα. Ένα άθλημα που του επέτρεψε να αδυνατήσει αλλά και να διατηρήσει τα νέα του κιλά. Πλέον ήταν κομψός. Πλαδαρός μεν, αλλά κομψός δε. Παρόλα ταύτα ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε σπάνιες αρετές: ήταν ευκολόπιστος, κουτσομπόλης, ρουφιάνος και πρόθυμος να υποδουλωθεί σε κάθε μορφή εξουσίας. Ο Τακάνο Τακακάμου είχε εξουσία και ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν για την ώρα αυτό που χρειαζόταν. Η σημερινή αποστολή του ήταν στην ουσία της απλή. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα θα ήταν το βλαμμένο για όλες τις βρομοδουλιές, ο καρπαζοεισπράκτορας, σαν τον Τζανετάκο στις ελληνικές ταινίες ένα πράμα. Για να ακριβολογήσω θα ήταν κάτι ανάμεσα στο Τζανετάκο, τον Αρτέμη Μάτσα και την Άση Μπίλιου χωρίς τις αστρολογικές προβλέψεις. Θα ρουφιάνευε τους υπόλοιπους συναδέλφους του, θα κρυφάκουγε κακίες των καλεσμένων αλλά πάνω από όλα θα υπάκουε τυφλά τον μέντορα του. Θα εκτελούσε όπως μπορούσε καλύτερα όποια εντολή προέκυπτε και θα το έκανε καλά γιατί κατά βάθος- κατά πολύ βάθος- ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν wannabe αρχινίντζα.

-Ας ελπίσουμε ότι όλα θα πάνε καλά, μονολόγησε ο Τακάνο Τακακάμου όταν...

Γκλού γκλού γκλού.... Γκλού γκλού γκλού.... Γκλού γκλού γκλού....

Όχι δεν ήταν καμία κρυμμένη γαλοπούλα στο γραφείο του. Το νέο του τηλέφωνο ήταν. Δεν ήξερε πως αλλάζουν το ringtone και είχε αφήσει τις εργοστασιακές ρυθμίσεις.

-Τακακάμου.
-Τακάνο. Έλα στο γραφείο του μεγάλου αμέσως. Ήταν η στρίγγια φωνή αυτής της λάμιας της Ρηνούλας Αμπαζούρ, ιδιαιτέρας του μεγάλου και τρανού Ισίδωρου Ταραμά. Από την ημέρα που ανέλαβε αυτή τη θέση το Ρηνούλα έγινε Ρενέ. Μόνο εκείνος τη λέει Ρηνούλα για να τη διαολίζει. Η Ρενέ Αμπαζούρ ήταν μια κακιά και κακάσχημη γυναίκα. Η ασχήμια της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να την αντικρύσει ψυχή ζώσα για πάνω από 2 λεπτά χωρίς να ξεράσει ή έστω γονατίσει από τα γέλια. Είναι γνωστό ότι οι αμαρτίες οι πολλές αφήνουν βαθιά σημάδια στη ψυχή ενός ανθρώπου, στη περίπτωση της Ρενέ τα σημάδια τα άφησαν εκτός από τη ψυχή της και στη μάπα της. Το γούστο της στα ρούχα ήταν τραγικό και λάτρευε τα ψεύτικα χρυσά κοσμήματα και τους ηλίθιους κότσους των 70’s.
-Ok Ρηνούλα, έρχομαι αμ ...
-Για να δούμε! του απάντησε ξινισμένα και του το έκλισε στα μούτρα.
-Κακοφορμισμένη λάμια! είπε ο Τακάνο Τακακάμου και τσακίστηκε να φύγει.

Τήν ίδια ώρα ένα Subaru Impreza σε φούξια χρώμα πλησίαζε την κεντρική είσοδο της εγκατάστασης με ταχύτητα. Ο υπάλληλος ασφαλείας της γνωστής εταιρίας Aphrodite Security αναφώνησε:
-Τι μαλάκας Θεέ μου! και κατέβασε τη μπάρα φράζοντας την είσοδο στο φούξια αυτοκίνητο το οποίο φρέναρε λίγο πριν σπάσει το παρ-μπριζ του πάνω της.
Πλησίασε προς το φιμέ παράθυρο του οδηγού και κοντοστάθηκε. Περίμενε μερικές στιγμές αλλά τίποτα.
‘Έπεσα σε μεγάλο μαλάκα’ σκέφτηκε αλλά ευγενικά είπε:
-Σας παρακαλώ ανοίξτε το παράθυρο σας! μη γνωρίζοντας πόσο θα μετάνιωνε τη παράκληση τούτη.
Το φιμέ τζάμι άνοιξε απελευθερώνοντας όλη τη μπόχα από την ιδρωτίλα και τα σουβλάκια που είχε φάει νωρίτερα ο Μπάζο Λι Γιαταούρα από εκείνο το τελειωμένο βρώμικο στην Αχαρνών. Η μπόχα ήταν τέτοια που ο υπάλληλος ασφαλείας είχε ήδη μετανιώσει για τη παράκληση του.
-Με συγχωρείται κύριε αλλά απαγορεύεται να περάσετε με το αμάξι σας μέσα στην εγκατάσταση, του είπε ευγενικά αλλά με ξινισμένη μούρη από τη μπόχα. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ήταν ήδη ολοφάνερα εκνευρισμένος. Βγάζοντας τα λιγδιασμένα γυαλιά του χαμογέλασε αφήνοντας να φανεί ένα κομμάτι μαϊντανό που του είχε καθίσει στο μπροστινό του δόντι. Ο υπάλληλος ασφαλείας μην αντέχοντας άλλο τη μπόχα και το σιχαμένο αυτό θέαμα άρχισε να χλομιάζει. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα το αναλήφθηκε αυτό σαν φόβο και ταυτόχρονα σεβασμό προς το άτομο του και άρχισε να γελάει. Στην αρχή ήρεμα αλλά στη συνέχεια σχεδόν υστερικά. Είπαμε ήτανε βλαμμένος. Ξαφνικά έκλασε. Εκείνη τη στιγμή ο υπάλληλος ασφαλείας ευχήθηκε να ήταν ντυμένος στα πράσινα να βρισκόταν στη Θύρα 7 στο Καραϊσκάκη και να φώναζε ‘Γαμιέται ο Θρύλος και ο Πειραιάς’. Δεν άντεχε άλλο αυτό το σιχαμένο θέαμα. Στο μεταξύ ο Μπάζο Λι Γιαταούρα είχε σταματήσει να γελά απότομα. Είχε ντραπεί.
-Πώς σε λένε παιδί μου, ρώτησε με μπάσα φωνή αμήχανος. Μη το πούνε από τώρα και φλώρο.
-Χίνης κύριε. είπε με κόπο ο κατάχλομος υπάλληλος ασφαλείας.
-Αϊ στο διάολο ανώμαλε, ήταν η απάντηση. Τότε ήταν που ήρθε και η δεύτερη κλανιά. Μάλλον τον πείραξαν τα σουβλάκια που έφαγε στις 05:00 το πρωί. Έπρεπε πολύ σύντομα να βρει μια τουαλέτα.
-Έχεις λίγο χαρτί πάνω σου;
-Υγείας; Που να το βρω κύριε; Το όνομα σας αν επιτρέπεται;
-Μισό, ήταν η απάντηση και από το σωρό με τα σουβλακόχαρτα γύρω του ξεχώρισε το λιγότερο λιγδιασμένο και το έδωσε στον Άρη Χίνη μαζί με ένα φούξια στυλό με μια λούτρινη στρουμφίτα στη μία του άκρη.
-Γράψε τον πρόσταξε.
-Μάλιστα, είπε ολότελα παραδομένος στη μπόχα ο Άρης Χίνης.
-Το όνομα μου είναι Μπάζο Λι Γιαταούρα το τηλέφωνο μου 697******* και για σήμερα τουλάχιστον θα είσαι εσύ και οι συνάδελφοι σου κάτω από τις διαταγές μου. Μέριασε να διαβώ και μην σπαταλάς άλλο τον πολύτιμο χρόνο μου πόντικα.
Στο άκουσμα του ονόματος ο Άρης Χίνης βουβάθηκε.
‘Αυτός ο μαλάκας θα είναι υπεύθυνος εδώ σήμερα; Τη γαμήσαμε’ σκέφτηκε. Ο Τακάνο Τακακάμου ήταν σαφής ‘Θα έρθει ένα άτομο της αμέριστης εμπιστοσύνης μου να σας βοηθήσει εδώ σήμερα. Ότι χρειαστείτε θα ενοχλείτε αυτόν και σε καμία περίπτωση εμένα’ Άνοιξε τη μπάρα να περάσει ο Μπάζο Λι Γιαταούρα ο οποίος στο μεταξύ ξανάκλασε. Προσπερνώντας τον Άρη Χίνη τον ρώτησε που είναι οι ποιο κοντινές τουαλέτες. Ο Άρης Χίνης μειδιώντας του απάντησε πώς σαν νέος που ήταν δεν γνώριζε τα κατατόπια. Επίτηδες είπε ένα αθώο ψέμα. Ένα ψέμα που όμως- όπως θα δούμε παρακάτω- αποδείχθηκε μοιραίο για εκείνη τη σημαντική ημέρα. Ο Μπάζο Λι Γιαταούρα καταράστηκε τα κέρατα του τα δίφορα και κλάνοντας μέσα στο φούξια Subaru Impreza μάρσαρε μέσα στην εγκατάσταση ψάχνοντας σα τρελός να βρει μια τουαλέτα.


(συνεχίζεται)

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 20/10/2007

19.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 14/10/2007

18.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 17/10/2007

17.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Γιάννη Ιωάννου απο το ΕΘΝΟΣ 16/10/2007

15.10.07

Blog Action Day2007 : Pachamama


"I know her... Mother Earth, she breathes in the forests, she flows through the rivers and crashes on the shore with the sea. I feel her arms around me, nurturing me and all she asks of me in return is to love her, care for her, nurture her."

*Pachamama means "Mother Earth" in the old Inca language of S. America.
"
Τη ξέρω ...τη Μητέρα Γη,αναπνέει μέσα στα δάση,ρέει μέσα απο τα ποτάμια και χτυπάει στην ακτή με τη θάλασσα. Αισθάνομαι το χέρια της τριγύρω μου,να με φροντίζουν και το μόνο που ζητά απο μένα για αντάλαγμα είναι να την αγαπάω,να νοιάζομαι για αυτήν και να τη φροντίζω... "

*Pachamama σημαίνει Μητέρα Γή στην παλαιά γλώσσα των Ίνκας της Νότιας Αμερικής.

ΣτΣ: Εδώ μπορείς να δείς αυτοί που νοιάζονται για τη γή τί κάνουν. Παραδόξως όλοι τους μάλλον έχουν τα μισά σου περίπου χρόνια!

14.10.07

Trishna and the Dream of Water

Trishna was daydreaming again as she slowly lit the oil-lamps for Diwali, the Festival of Lights. She was lighting a splendid lamp in a palace where there was water all around…. Water in fountains, canals, pools…..
-Stop your dreaming, her mother broke in, and go and get some water. With all the guests, we’ve run out.
It was no use arguing. After all, she was the eldest daughter at home now. Her older sister, Raji, had left for the city to find work. Trishna put down the match, lifted the water jar onto her head—and stuck some red and blue threads into her pocket before starting down the dusty path.
“I wish there were water all year long in our village so girls didn’t have to carry it so far,” she thought, strolling by the old well—out of use for years.
“I wish our village stayed green so we could have more of a harvest. And people wouldn’t have to leave to look for pasture for the animals,” she mumbled, passing the dry riverbed, then the abandoned borehole pump.
“I wish the dunes would blow away from us instead of coming closer every year,” she said, as she passed goats pulling leaves off the few trees in the sand.
Finally, Trishna reached the pond, or what was left of it. She had to climb down into the mud to fill her jar from a trickle. On her way back, Trishna stopped at the little shrine. There in the cool shade, she bowed her head and repeated her four wishes softly, tying a thread to the lattice screen for each wish. Before leaving she tied one more thread: “I wish Raji could get work right here and come home.”
As Trishna stepped back outside, the heat and glare hit her like a blow; she swayed under the weight of her water jar. Suddenly, the sharp blue sky went black, and Trishna crumpled to the ground. The water she was carrying vanished into the thirsty, cracked earth. Then Trishna was inside her palace, playing in a beautiful, long pool lined with sea-blue tiles. She felt a breeze, and on the breeze came a whisper.
-I catch the secrets and pass them on. Because your wishes are for everyone, not just
yourself, I’m going to share some of my secrets with you. I blow the dunes to your village—depending on you. When your cows chew the last of the pasture and your goats devour the trees—I push the sand closer. When you plough every metre of field, baring the earth—I blow it closer still. Wind went silent.
-Wait. Tell me more! cried Trishna.
-Your ancestors knew this—plant as they did, came the reply. Then Wind was gone.
In a moment, a small wave in the water turned into a whirlpool.
-I’m the life-blood of your planet, it gurgled. I’ll fly down from the sky, but run from your village—depending on you. Where no plants stay to hold me, I’ll flood your land and vanish. If people take too much upstream, my riverbeds run dry. When your machines chase me deep in the ground, I’ll hide deeper. But catch me if you can, and I’ll stay. I’ll live in the soil where you plant trees and grass. I can live beneath your feet if you build me a little dam. In some places, I’ll live in a pond if you take out the silt. I’ll wait in a tank if you collect me from your roof.
-Please tell me more, Trishna begged.
-Your ancestors knew this hundreds of years ago. Catch the rain as they did. The whirlpool calmed and Water was gone.
Suddenly a rumble came from under the palace.
-All that you eat, all that you wear comes from me. When you steal my cloak of grass, I’ll flee with Wind andWater. Let Water race down my hills, and I’ll carve myself into gullies. Forget to feed me, and I won’t feed you. But clothe me with grass and shrubs and trees—and I’llstay. Terrace me where I’m steep, and I’ll stay. Feed me with the manure of your animals, and the right kinds of trees—and I’ll give you rich harvests. What’s more, you can scoop me out to form ponds. Or help water gather below my surface—then you can dig shallow wells.
-Tell me more! Pleaded Trishna.
-Your ancestors knew all this. Treat me well and build small dams as they did, was the only reply before the rumbling ceased.
A ray of light bounced off the water.
-I shine on all. Years ago I saw your people plant trees and grass and crops. The roots held Earth and Water tight and kept the dunes away. I saw the people live lightly keeping animals, but not too many in one place. So I helped their trees bear nuts and fruit and medicine; fodder for the animals and firewood for the stoves. I helped your ancestors grow grains, vegetables and everything they needed. Your ancestors enjoyed all this. Try it again….
With a flash of light in her eyes, Trishna awoke. She was surrounded by her family and neighbours.
-We finally found you! said her mother. We were so worried—you’ve been gone for hours!
Everyone started talking at once:
-We must solve this problem of water….
-My daughter too barely made it home the other day….
-I’ve heard that other villages have rebuilt the old wells and their grandparents’ dams….
A village elder concluded,
-Let’s do whatever it takes to bring water back to our village. Heads
nodded in agreement.
As she walked home with her family and friends, Trishna shared what she had learned from Wind, Water, Earth and Sun.
Of course not everyone believed her.
-Ridiculous! That bump on your head has made you crazy, said some.
-No way! We can’t manage water—the rain comes if it comes, and that’s that!
-Impossible! We’re desert people and always will be….
To which Trishna replied,
-Let’s just try.
School children, elders, mums, dads, farmers, herders—everyone in the village volunteered time. Those who could, offered funds. Trishna even stopped daydreaming—most of the time. She was too busy. Together they rebuilt an ancient dam near the foot of a rocky hill. They rebuilt the old well and put in a hand pump. They put drains on their roofs and built big tanks at each house.
They planted thousands of seedlings—trees for firewood, fruit, and to nourish the earth. The seedlings looked so tiny and fragile against the sand that some said, “This will never work.”
Trishna replied, “Let’s just try.” And the work continued.
They planted tufts of grass that quickly turned brown.
Some said, “This will never work.”
But Trishna replied, “Let’s just try.” And the work continued.
Then one day the clouds puffed together and darkened. Monsoon rain roared down the hillside, pooling behind the dam. Within a few hours, the lake drained down into the sand. The next day, more rain came, and then more. Each time the
water collected before sinking underground.
Some said, “See? The water’s leaving us again.”
But Trishna replied, “Let’s just give it a chance.”
She knew that if their efforts were working, the water would be collecting in the soils underground and rising closer to the surface.
Meanwhile, the seedlings perked up and the grass started to spread. Household rainwater tanks filled up. Dunes were no longer closing in on the village. Trishna returned to the shrine to untie two threads and give thanks. By the next Diwali, cows and goats munched thick grass around the waist-high trees. The underground water had risen high enough for the hand pumps to work. There was plenty of water for people and for livestock. Trishna returned to the shrine
to untie another thread. By the Diwali after that, the river came back to life year-round. People journeyed from other villages and towns to bring their cows and sheep during the dry season. “What a beautiful oasis!” they exclaimed.
Villagers were growing plenty of food to eat and to sell. Trishna untied the fourth thread. And the next holiday, Trishna was happier than ever: her whole family was together again.
-I was so lonely in the city, said Raji.
-I wished and wished to be able to come back here to farm. Now I can.
Trishna hugged her sister. Together they walked to the shrine, where Trishna untied her last thread.


The End.


ΣτΣ: Ένα παραμύθι με αφορμή την αυριανή ημέρα που έγραψε η Carole Douglis.
(photo created by David and Libby Nightingale)

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Κώστα Μητρόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 13/10/2007

13.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Γιάννη Ιωάννου απο το ΕΘΝΟΣ 10/10/2007

11.10.07

Η μικρή Άννα

Με λένε Άννα και όταν μεγαλώσω θα γίνω διαβόητη δημοσιογράφος. Γιατί Μπορώ...
Είμαι πολύ καλή μαθήτρια και αγαπητή στις συμμαθήτριες μου. Όλες εκτός από μία τη Τατιάνα που σε αυτήν οφείλω το παρατσούκλι μου «Τσούχτρα» που πολύ με πληγώνει. Τη μισώ, τη μισώ,τη μισώ,τη μισώ! Για αυτό και εγώ για να την εκδικηθώ φρόντισα να μάθει η κυρία Φωτούλα τί κάνει η σιχαμένη στις τουαλέτες κάθε διάλειμμα με έναν συμμαθητή μου το Νίκο, ένα τριχωτό ζουμπά που νομίζει ότι θα γίνει και αυτός δημοσιογράφος όταν μεγαλώσει. Η κυρία Φωτούλα τους έβαλε τιμωρία να λένε τη πρωινή προσευχή συνέχεα εναλλάξ και το Πάσχα το «Ανάσταση Χριστού Θεασάμενην» που είναι και ποιο δύσκολο. Βέβαια μια άλλη συμμαθήτρια μου η Ελένη η Λουκά τσαντίστηκε πάρα πολύ με αυτό, γιατί αυτή έλεγε συνέχεια τις προσευχές. Έτσι οι συμμαθητές στο Νικολάκη κολλήσανε το παρατσούκλι «Ζακύνθου». Πολύ το χάρηκα που γίνανε ρεζίλι.

Όπως σας είπα στην αρχή όταν μεγαλώσω θα γίνω διαβόητη δημοσιογράφος και για αυτό θα φροντίσει ο νονός μου που έχει γνωριμίες στην ΥΕΝΕΔ. Θυμάμαι μια Πρωτοχρονιά που είχα βγει έξω με το νονό και την οικογένεια μου σε ένα καλό μαγαζί στο Κολωνάκι. Ήταν και ο πρόεδρος της ΥΕΝΕΔ μαζί μας. Ο νονός εκείνο το βράδυ είχε πιει λίγο παραπάνω και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι με το πρόεδρο και χόρεψαν παρέα τσιφτετέλι. Ο πρόεδρος του έβαλε στο κεφάλι μια κόκκινη κιλότα που πολύ του πήγαινε του νονού, αν και δε κατάλαβα για ποιο λόγο το έκανε αυτό ο κύριος πρόεδρος. Εγώ βέβαια ντράπηκα γιατί μας κοίταζε όλο το μαγαζί και είμαι και σοβαρή. Όπως και να έχει μια θέση στην ΥΕΝΕΔ την έχω εξασφαλισμένη απο σήμερα κιόλας.

Στην εκπομπή λοιπόν που θα έχω θα ασχολούμαι με σημαντικά θέματα εμπνευσμένα από τη καθημερινότητα μου. Η μαμά για παράδειγμα υποφέρει από κιρσούς και κάθε Κυριακή που ανάβουμε φουφού και ψήνουμε μπριζόλες απλώνει τα κάρβουνα στην αυλή και πατάει ξυπόλητη πάνω τους, και δε πονάει. Αυτό το καταφέρνει γιατί την έχει βοηθήσει πολύ ο ψυχίατρος της να καταλάβει ότι είναι δυνατή. Μια μέρα το τόλμησα και εγώ και φουσκάλιασαν οι πατούσες μου. Ίσως το έπαθα γιατί πήγαινα σε άλλο ψυχίατρο. Πάντως υποσχέθηκα στη μαμά ότι θα κάνω μια εκπομπή για το δικό της ψυχίατρο.

Ο μπαμπάς πάλι με εμπνέει για μια άλλη εκπομπή εξαιτίας μιας συνήθειας που έχει να πίνει ένα πράσινο ζουμί που του ετοιμάζει η μαμά στο μίξερ από φύλλα ελιάς. Το δοκίμασα και εγώ κρυφά και έκανα εμετό συνέχεια αλλα και το βράδυ με πόναγε η κοιλίτσα μου και είχα ευκοίλια. Αλλά ο μπαμπάς με καθησύχασε και μου είπε ότι εξαιτίας αυτού του ροφήματος διατηρείται νέος και όμορφος και ετοιμοπόλεμος. Όταν λέει μάλιστα το τελευταίο κλίνει το μάτι στη μαμά και εκείνη χασκογελά παράξενα.

Ώρες ώρες αναρωτιέμαι μήπως οι γονείς μου είναι βλαμμένοι. Και αν οι γονείς μου είναι βλαμμένοι μήπως και εγώ γίνω βλαμμένη. Αλλά όχι δε πρέπει να κάνω αρνητικές σκέψεις όπως μου λέει και ο ψυχίατρος μου. Οι εκπομπές μου θα ασχολούνται μόνο με τα προβλήματα των άλλων και όχι τα δικά μου, που όπως καταλάβατε είναι και πολλά.

Έχω μια μανία να γίνω διάσημη και αυτό θα το καταφέρω. Γιατί Μπορώ…


ΣτΣ : Η μικρή Αννούλα κατάφερε να γίνει διαβόητη δημοσιογράφος. Στις απείρου κάλους εκπομπές της παρέλασαν σύσσωμη η ελληνική ορθοδοξία, επιστήμονες με ειδίκευση στις εξωσυζυγικές σχέσεις με εξωγήινους καθώς και χαροκαμένοι απλοί πολίτες που είχαν φάει τα λυσσακά τους για λίγη εφήμερη δημοσιότητα.

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Δημήτρη Χαντζόπουλου απο ΤΑ ΝΕΑ 10/10/2007

10.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 4/10/2007

9.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Ηλία Μακρή απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8/10/2007

8.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 5/10/2007

5.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 4/10/2007

4.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Αρκά απο την ATHENS VOICE 4/10/2007
ΣτΣ: Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα των ζωών. Κανονικά σήμερα θα έπρεπε να γιορτάζουμε και εμείς…οι άνθρωποι. Αλλά όχι. Δεν είμαστε ίσοι και όμοιοι με τους υπόλοιπος κατοίκους αυτού του πλανήτη. Είμαστε το κυρίαρχο είδος, είμαστε ανώτεροι. Εμείς γιορτάζουμε κάθε μέρα…Σε βάρος όλων των άλλων φυσικά!

Το link που ακλουθεί θα σου δώσει να καταλάβεις γιατί…
Earthlings σημαίνει αυτοί που κατοικούν στη γη.

3.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 2/10/2007

2.10.07

Είναι σκοτάδι...

...μάτια μου πάντα σ'αυτή την πλάση

Όταν βλέπεις αυτό το στίχο να εκπληρώνεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε όλο σου το είναι, τι σου απομένει να κάνεις;Ενημέρωση 1 (28 - 9): Το παρακάτω βρήκα στο
Σπιτάκι

“Πριν από δύο εβδομάδες ένας πολύ καλός φίλος ηχολήπτης, ενώ έστηνε εξοπλισμό σε ένα θέατρο είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα. Αυτή τη στιγμή είναι εκτός κινδύνου, αλλά έχει πολύ δρόμο μπροστά του.Ο φίλος εργάστηκε όλο το καλοκαίρι στην περιοδεία των Ιωαννίδη και Μάλαμα σε όλη την Ελλάδα.

Οι δύο καλλιτέχνες, καθώς και όλοι οι μουσικοί, τεχνικοί και προμηθευτές εξοπλισμού συμφώνησαν να διοργανώσουν μια συναυλία με σκοπό όλα τα έσοδα να δωθούν για την ιατρική αποκατάστασή του.

Έτσι, την ΤΕΤΑΡΤΗ, 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ, στο ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ στη Νίκαια, θα γίνει η τελευταία καλοκαιρινή (η περιοδεία έχει λήξει!) συνάντηση του σχήματος, όσοι πιστοί προσέλθετε!
Το εισιτήριο κοστίζει 20 ευρώ.Όσοι ενδιαφέρεστε, διαδώστε το!

Φυσικά θα είμαι εκεί, και από εδώ θα σας ενημερώνω για οποιαδήποτε εξέλιξη - αλλαγή.

Τα λέμε!
Μάριος"

ΣτΣ: Αναδημοσίευση από το blog του pan http://fiddleofthepan.blogspot.com/

Η γελοιογραφία της ημέρας



του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ, 1/10/2007

1.10.07

Η γελοιογραφία της ημέρας


του Πάνου Μαραγκού απο το ΕΘΝΟΣ 29/09/2007